Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)
30 Μ Α Ι Ρ Η Κ Ο Ν Τ Ζ Ο Γ Λ Ο Υ κουβαλούσε βαριές σαν κοτρόνες στην ψυχή της –τη φτώχεια, την πίκρα και έναν έρωτα που την είχε κάνει να νιώσει σκουπίδι, μηδενικό, πόρνη και ηλίθια–, να σέρνουν ένα μακρόσυρτο μοιρο- λόι μέσα της, με όλα αυτά τα μπερδεμένα συναισθήματα, τις ανά- κατες αναμνήσεις και εικόνες, τα ξεχασμένα μα τόσο ζωντανά αγγίγματα, όνειρα και απογοητεύσεις, με όλα αυτά και άλλα τόσα ακαθόριστα και ανομολόγητα, έπρεπε να πάρει μια απόφαση, να κάνει ένα βήμα στη ζωή της. Στο χέρι της ήταν να αλλάξει τη μοίρα και να ζήσει μια ζωή διαφορετική, γεμάτη αγάπη, ασφάλεια και άνεση. Γέλασε πικρά. «Δεν μεθάς μόνο με το κρασί, μεθάς και με το βαρέλι». Πιο χαζή παροιμία δεν είχε ξανακούσει. Μια ανοησία και μισή. Πώς της είχε έρθει πάλι στο μυαλό; Τι λόγο είχε να τη θυ- μηθεί και να τη βασανίζει; Και έκλαψε πάλι. Λίγο καιρό μετά το πρώτο τους ραντεβού, τότε που άρχισαν να στριμώχνουν τη γνωριμία τους σε μία ωρίτσα ανάμεσα στην απο- γευματινή και στη βραδινή της βάρδια, δηλαδή την ώρα που ερχό- ταν ο Σίμος στο μαγαζί, κατά τις πεντέμισι με έξι, και οι μεσημε- ριανοί πελάτες είχαν φύγει, ενώήταν ακόμα νωρίς για τους βραδινούς, ο Τζόνι τής διηγήθηκε πώς ήταν η στιγμή που την είδε για πρώτη φορά. Τότε βέβαια, όταν δηλαδή της διηγήθηκε αυτή του την εμπει- ρία, η Ζωή είχε ήδη ξεπεράσει τους αρχικούς της δισταγμούς και είχαν αποκτήσει κάποια οικειότητα μεταξύ τους, μιλούσαν αστα- μάτητα πίνοντας καυτή σοκολάτα, μιλούσαν έτσι όπως δεν είχε μιλήσει η Ζωή με κανέναν άλλο άνθρωπο πριν. Της είπε λοιπόν πως, όταν την είδε μέσα στο μαγαζάκι το
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=