Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)
29 Ο Ι Μ Ε Σ ΗΜ Β Ρ Ι Ν Ο Ι Τ Η Σ Ζ Ω Η Σ : Μ Ε Σ Ο Υ Ρ Α Ν Η Σ Η ρισε και θαρρείς αναβόσβησε μέσα της το αστέρι, αναβόσβησε σαν να της έκανε σινιάλο, σαν να της έλεγε «Αυτός είναι, αυτός είναι, αυτός είναι». Είδε τους κύκνους να διασχίζουν ασταμάτητα τη λίμνη, λες και είχαν συγκεκριμένο σκοπό. Ανακάθισε στη θέση της – είχε γλι- στρήσει λίγο στο παγκάκι καθώς θυμόταν εκείνες τις μέρες, τις ώρες, τις στιγμές. Είχε έρθει στο Μεγάλο Πάρκο να περπατήσει, να σκεφτεί, να αποφασίσει. «Δεν μεθάς μόνο με το κρασί…» έλεγε η γιαγιά της η Νενέ –που δεν ήταν γιαγιά της…– αν καμιά φορά τής εξομολογιόταν η μάνα της ότι ο Δαμιανός είχε πιει κανένα ποτηράκι παραπάνω. «Δεν μεθάς μόνο με το κρασί, μεθάς και με το βαρέλι». Και δεν μπορούσε η Ζωίτσα, μικρό κορίτσι τότε, να καταλάβει τι εννοούσε – πώς γί- νεται να μεθάς με το βαρέλι; Ρώτησε και ξαναρώτησε τη Νενέ, ρώτησε και τη μάνα της, αλλά απάντηση δεν πήρε ποτέ, μόνο ανασήκωναν τους ώμους. «Θα μεγαλώσεις και θα καταλάβεις…» της είπε μια φορά κάποια από τις δυο, δεν θυμόταν όμως ποια – μήπως και τι σημασία είχε; Δάκρυσε απότομα, λες και το γεγονός ότι είχε ξεχάσει αν το σχόλιο εκείνο γι’ αυτή…την παροιμία;…κουβέντα;…το είχε ακού- σει από τη μάνα ή από τη γιαγιά της ήταν τόσο σοβαρό που σήκω- νε κλάμα. Η Ζωή, καθισμένη σε ένα παγκάκι του μεγαλύτερου πάρκου της Νέας Υόρκης, με τον ήλιο να κοντεύει να κρυφτεί πίσω από τα ψηλά δέντρα, δάκρυσε γιατί έπρεπε να πάρει μια απόφαση. Με τις αναμνήσεις της σύντομης ιστορίας της με τον Τζόνι –ανα- μνήσεις ηλιόλουστες και χαμογελαστές, που χόρευαν ευτυχισμένους χορούς μέσα στο κεφάλι της– και με τις άλλες, εκείνες που τις
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=