Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)

28 Μ Α Ι Ρ Η Κ Ο Ν Τ Ζ Ο Γ Λ Ο Υ Δεν άντεχε να θυμάται η Ζωή ότι και η ίδια δεν είχε πολλές ευκαιρίες –ή γκαρσονάκι ή μαγείρισσα, και τέλειωνε εδώ το μέλλον της…–, πικραινόταν που ο Δαμιανός και η Ιλαρία δεν της είχαν δείξει έναν άλλο δρόμο, θύμωνε που δεν τους είχε δει ποτέ να γελάνε μεταξύ τους, ούτε καν να χαμογελάνε, και τους καταλόγι- ζε ότι δεν έψαξαν, δεν πάλεψαν για την ευτυχία. Αλλά δεν περ- νούσε ποτέ από το μυαλό της ότι τα αίτια της δυστυχίας τους ήταν πολύ πιο βαθιά, πολύ πιο σύνθετα από τη φτώχεια. Δεν έπαψε όμως να τους αγαπάει και να τους σκέφτεται, να τους γράφει και να τους στέλνει όσα χρήματα μπορούσε –χρήμα- τα που στην αρχή, όσο διαρκούσε ο πόλεμος, τα κράταγε φυλαγ- μένα στην τράπεζα–, προσευχόταν να είναι καλά, να μπορέσουν κάποτε να ζήσουν καλύτερα, να αναπνεύσουν λίγο πιο ελεύθερα, να φύγει η ταφόπλακα από το στήθος τους. Κι έτσι, εκεί στην Αμερική, μακριά από όλους και από όλα όσα την είχαν πληγώσει, δούλευε σκληρά και ασταμάτητα, έκανε αι- ματηρές οικονομίες, δουλειά - σπίτι ήταν το δρομολόγιό της, και ονειρευόταν να γυρίσει κάποτε στην πατρίδα της και να είναι πλούσια, να χτίσει ένα ωραίο, ηλιόλουστο σπίτι με μεγάλα παρά- θυρα που θα βλέπουν στη θάλασσα, να κάνει έναν περίπατο στην παραλία και να μυρίσει πάλι την αλμύρα, να ανοίξει και ένα εστια­ τόριο πολυτελείας ψηλά στα κάστρα, με θέα σε όλο τον Κόλπο * , που πάλι «Τυχερό Αστέρι» θα το ονόμαζε. Τίποτα άλλο δεν την απασχολούσε, καμία σκέψη, καμία αγω- νία για έρωτα, γάμο, αποκατάσταση, παιδιά. Μέχρι εκείνο το απόγευμα –λίγες μέρες μετά την Πρωτοχρονιά ήταν– που γνώρισε τον Τζόνι –γιατί στην πρώτη του επίσκεψη δεν τον είχε προσέξει καν, απασχολημένη καθώς ήταν–, τον γνώ- * Στον Θερμαϊκό Κόλπο.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=