Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)
27 Ο Ι Μ Ε Σ ΗΜ Β Ρ Ι Ν Ο Ι Τ Η Σ Ζ Ω Η Σ : Μ Ε Σ Ο Υ Ρ Α Ν Η Σ Η γορούσε για όλα, έρχονταν στιγμές που σκεφτόταν ότι μπορεί και να μην έφταιγε εκείνος, ίσως και να μην είχε συμβεί μεταξύ τους τίποτα από αυτά που την έκαναν να ντρέπεται, ίσως και να μην ήταν καν έρωτας αυτό που ένιωθε. Μύλος το μυαλό της, ανακατε- μένα και τα συναισθήματα… Όσες φορές μάλιστα προσπαθούσε να φέρει μπροστά στα μάτια της την εικόνα του, ήταν σαν να τον κοιτούσε μέσα από έναν σπασμένο καθρέφτη. Έβλεπε τη μορφή του πολλές, χιλιάδες επα- ναλαμβανόμενες φορές, αλλά ποτέ ολόκληρο. Από κάθε είδωλο έλειπε και ένα κομμάτι –άλλοτε μάτι, άλλοτε χέρι, άλλοτε πόδι–, ποτέ η εικόνα δεν ήταν πλήρης. Γιατί ποτέ δεν είχε νιώσει πως εκείνος, έστω για ένα λεπτό, της «ανήκε» ολόψυχα. Εκτός από το ελλιπές είδωλο ενός έρωτα, η Ζωή, στο απεγνω- σμένο εκείνο ταξίδι προς τη λήθη, συμπαρέσυρε τη μίζερη ζωή στην Ελλάδα, τα πληγωμένα μάτια του πατέρα της, τη μάνα της, που είχε τη χαρά της ζωής μέσα της αλλά η φτώχεια και κάτι άλλο –που ακόμη και μετά την αποκάλυψη της Μαρίας, ότι δηλαδή η μάνα της ήταν η αγαπητικιά του Δημητρού, ακόμη και τότε, ακόμη και τώρα, δεν ήταν σίγουρη αν ήταν μόνο αυτό– την έριχναν κάτω και την ποδοπατούσαν. Γι’ αυτό και τις ώρες της σκληρής της δουλειάς, τότε στο υγρό υπόγειο πλυντήριο του Κινέζου, η Ζωή με τον νου της τους άλλαζε ρούχα, μαζί και προσωπικότητα, και τους χάριζε τη ζωή που θα ήθελε η ίδια να έχουν, τη ζωή που τους άξιζε να έχουν. Και μέσα σε όλα αυτά ονειρευόταν ένα μέλλον λαμπρό για τη μικρή τους αδελφή, το Ελπιδάκι, ονειρευόταν και υποσχόταν συγχρόνως στον εαυτό της ότι θα έκανε το παν για να ζήσει εκείνη τουλάχιστον μια διαφορετική ζωή.
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=