Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)

40 Μ Α Ι Ρ Η Κ Ο Ν Τ Ζ Ο Γ Λ Ο Υ Σηκώθηκε από το παγκάκι –χοντρές σταγόνες βροχής είχαν στα- θεί αναποφάσιστες πάνω στο μάλλινο παλτό της, λίγο προτού απορροφηθούν από το ύφασμα και χαθούν για πάντα, αφήνοντας πίσω τους έναν αδιόρατο σκούρο κύκλο–, κράτησε με το ένα χέρι το καπελάκι της –εκτός από βροχή είχε σηκωθεί και ένας κρύος αέρας–, πέρασε από τη μεγάλη σιδερένια πόρτα της εξόδου –άλ- λη αναποφάσιστη κι εκείνη… προηγουμένως, όταν η Ζωή ήρθε στο πάρκο, ήταν η είσοδος, τώρα είχε γίνει το αντίθετο, κοτζάμ σιδερένια πόρτα και δεν ήξερε τι ήταν…–, βγήκε από το πάρκο και πήρε να κατηφορίζει τη μεγάλη λεωφόρο, να βρει τη στάση, να πάρει το τρένο. Ηβροχή σήκωσε αρώματα από τη γη και τους δρόμους, τα δέντρα και τα κτίρια, χαμογέλασε η κοπέλα –επιτέλους μύριζε άνοιξη, η πολυπόθητη άνοιξη που ερχόταν δειλά–, κατηφόριζε και θυμόταν, οι αναμνήσεις είχαν αρχίσει εδώ και ώρα να κατακλύζουν το μυαλό της, δεν μπορούσε να τις σταματήσει – μπορεί και να μην ήθελε κιόλας.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=