Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)

24 Μ Α Ι Ρ Η Κ Ο Ν Τ Ζ Ο Γ Λ Ο Υ τέλος το αποκτούμε, μπόρεσαν τα δυο αδέλφια και στέγασαν το όνειρό τους. Άνοιξαν ένα μικρό μαγαζάκι –τόσο δα, τρία επί τέσσερα σχε- δόν–, στο οποίο εκείνη, γύρω στο μεσημεράκι, αφού είχε ψωνίσει και μαγειρέψει από νωρίς το πρωί, σερβίριζε ένα φαγητό και με- ρικά συνοδευτικά από την ιδιαίτερη πατρίδα των γονιών της. Στον εξωτερικό δε χώρο του μαγαζιού, στο σημείο όπου ενώ- νονταν δύο μεγάλα κτίρια, πήρανε άδεια και βγάζανε έξω δυο πάγκους με σκαμνιά, όπου κάποιος μπορούσε να καθίσει για να μην τρώει στα όρθια. Και μπορεί το «Lucky Star» να βρισκόταν σε έναν παράδρομο που δεν οδηγούσε πουθενά, αλλά βρισκόταν σε έναν παράδρομο μιας από τις μεγαλύτερες λεωφόρους της πόλης εκείνης. Ο κε- ντρικός δρόμος φυσικά και ήταν πέρασμα μεγάλο, αλλά στο δικό τους «τυφλό» στενό βρισκόταν το πίσω μέρος των κτιρίων όπου στεγάζονταν δύο μεγάλες εφημερίδες. Από εκείνη τη μεριά έφευγαν οι εργάτες –τυπογράφοι, λινοτύ- πες, καθαριστές–, όπως επίσης από εκεί προσέγγιζαν τα φορτη- γά για να ξεφορτώσουν το χαρτί και να φορτώσουν εφημερίδες που ακόμα είχαν τη μυρωδιά του νωπού μελανιού. Οι πρώτοι τους πελάτες λοιπόν ήταν οι εργάτες και οι οδηγοί των φορτηγών. Οι μεν δεύτεροι τσιμπούσαν κάτι εκεί όταν οι άλλοι ξεφόρτωναν τις παραγγελίες, οι δε εργάτες συνήθιζαν να βγαίνουν για να καπνίσουν ένα τσιγάρο ή να πιούνε έναν καφέ. Το φαγητό ήταν νόστιμο, τέτοιο που κανένας από αυτούς –εκτός κι αν ήταν από την Τουρκία ή τη Μέση Ανατολή– δεν είχε ξανα- φάει. Όποιος δοκίμαζε ξαναερχόταν. Ασυζητητί. Το νέο διαδόθηκε και μέσα στα γραφεία, κι όταν άρχισαν να έρχονται οι δημοσιογράφοι, το πράγμα άλλαξε συνολικά. Σύντο- μα και για κάποιο λόγο, που μάλλον δεν ήταν μόνο το υπέροχο

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=