Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)

23 Ο Ι Μ Ε Σ ΗΜ Β Ρ Ι Ν Ο Ι Τ Η Σ Ζ Ω Η Σ : Μ Ε Σ Ο Υ Ρ Α Ν Η Σ Η της ταίριαζε πολύ, οι άνθρωποι προχωρούσαν χωρίς να βλέπουν, χωρίς να δείχνουν ότι αντιλαμβάνονταν τους δίπλα, της ταίριαζε, έτσι ήθελε να ζήσει, να χαθεί και να ξεχάσει, να χωνευτεί ανάμεσα στους άλλους, τους χιλιάδες, τους ανώνυμους. Τίποτα δεν ήταν εύκολο στην αρχή –ούτε τώρα ήταν εύκολα, αλλά τουλάχιστον είχε καταφέρει να σταθεί στα πόδια της–, το μόνο παρήγορο ήταν ότι είχαν βρεθεί στο σπίτι του νονού τους, πλατιά η αγκαλιά και το χαμόγελό του, αλλά αυτό ήταν για λίγο. Όχι η αγκαλιά και το χαμόγελο, το σπίτι του ήταν για λίγο. Δεν μπόρεσαν να συμβιώσουν με τη Μαρία, τη νονά, έκαναν υπομονή με τον αδελφό της, αλλά ήρθαν έτσι τα πράγματα και, από τη στιγμή που εκείνη ξεστόμισε τις όλο φαρμάκι για τη μάνα και τον νονό τους κουβέντες, τότε βιάστηκε το κορίτσι, τα μάζεψε άρον άρον, παρασύροντας και τον Σίμο, και έφυγαν. Τότε ήταν που άρχισαν τα δύσκολα, τα πολύ δύσκολα. Όμως, σκυλιά και οι δυο τους στην προσπάθεια, τα κατάφεραν. Ήταν περήφανη γι’ αυτό, πολύ περήφανη, ήταν το μόνο πράγμα που την έκανε περήφανη, είχαν κάνει τη νύχτα μέρα και τα κατάφεραν, δούλεψαν σκληρά, αλλά στάθηκαν στα πόδια τους με τον καιρό. Και έκαναν την αρχή, το μαγαζάκι τους, το «Lucky Star» των ονεί- ρων τους. Το «βάφτισαν» έτσι το μαγαζάκι τους προς τιμήν του λαμπερού άστρου που νόμισε ότι είδε ένα βράδυ –ένα από τα αβάσταχτα βράδια της φτώχειας, τότε που είχαν φύγει από το σπίτι όπου φιλοξενούνταν–, το είδε να λάμπει στο ξεφλουδισμένο ταβάνι της άθλιάς τους κάμαρας η Ζωή, πίστεψε σ’ εκείνο το αστέρι, μάντε- ψε και ευχήθηκε να ήταν το τυχερό τους. Κι επειδή ό,τι ποθούμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας στο

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=