Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)
22 Μ Α Ι Ρ Η Κ Ο Ν Τ Ζ Ο Γ Λ Ο Υ ανοίξει συζήτηση με τον πατέρα της, τη θυμόταν να φιλάει αυτήν και τα αδέλφια της με υγρά χείλη –φιλιά νόστιμα σαν της μάνας της, ποτέ και κανείς άλλος!–, να μιλάει ατέλειωτα με τη γιαγιά τους τη Νενέ – που δεν ήταν μάνα της μάνας της, τίποτα δεν τους ήταν, αλλά τους αγαπούσε σαν να ήταν τα πάντα. Και να αστράφτουν τα μάτια της τη θυμόταν σαν έβλεπε… εκείνον… τον νονό τους, τέλος πάντων. Μόνο μ’ εκείνον έλαμπε έτσι το πρόσωπο της μάνας της, μόνο στη θωριά εκείνου περνού- σαν χίλιες αστραπές από το βλέμμα της. Και με μια ανήσυχη έκφραση –ανήσυχη γιατί πού θα βολόδερ- νε η κόρη της όση ώρα εκείνη θα ήταν απασχολημένη;– τη θυμό- ταν, να παίρνει οδηγίες από την κυρά της. Η κυρά της μάνας της… η μάνα του … Είδε τους κύκνους ακόμα να βολτάρουν, το ίδιο περήφανα, το ίδιο αθόρυβα, το ίδιο άσκοπα, μόνο και μόνο για να επιδείξουν την ομορφιά τους, να αποσπάσουν τον θαυμασμό, να ικανοποιηθούν με το είδωλό τους μέσα στο νερό. Ακολούθησε με το βλέμμα της το υδάτινο μονοπάτι μέχρι εκεί όπου έσβηνε, όπου γινόταν πάλι λείο, πάλι ένας ακίνητος καθρέφτης. Κι όπως οι τελευταίες ακτί- νες του ήλιου έπνιξαν το είδωλό τους μέσα σ’ εκείνο τον νερένιο καθρέφτη, έτσι κι εκείνη βυθίστηκε στις αναμνήσεις της. Είχαν φτάσει στη Νέα Υόρκη Δεκέμβρη μήνα –ούτε που κατάλα- βε τίποτα όσο καιρό ταξίδευε, ήταν σαν τυφλή, σαν κουφή, σαν ζωντανή νεκρή, μυαλό και αισθήσεις ακινητοποιημένα– και τόσο κρύο δεν είχε νιώσει ποτέ. Διαπίστωσε ότι αυτή η πόλη τής ταί- ριαζε, όσο κρύο είχε έξω, τόσο είχε κι αυτή μέσα στην καρδιά της,
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=