Μεσουράνηση (Οι μεσημβρινοί της ζωής)

21 Ο Ι Μ Ε Σ ΗΜ Β Ρ Ι Ν Ο Ι Τ Η Σ Ζ Ω Η Σ : Μ Ε Σ Ο Υ Ρ Α Ν Η Σ Η έτσι σε ανόητους ρομαντισμούς και σε ιστορίες που θα έπρεπε να είναι τελειωμένες; Πεθαμένες να έλεγε καλύτερα, αυτή ήταν η σωστή λέξη, πεθαμένες, νεκρές, ψόφιες! Ποια λέξη ήταν η πιο σκληρή; Ε, αυτή η λέξη άξιζε για τις ιστορίες που θυμόταν, μία ήταν στην πραγματικότητα, αλλά στον πληθυντικό τη σκεφτόταν πάντα – όταν η πληγή είναι μεγάλη, δύσκολα δέχεσαι ότι μία μόνο είναι η αιτία που την προκάλεσε, που δεν την αφήνει να κλείσει… Γιατί έμενε εκεί προσκολλημένη και δεν μπορούσε να πάει μπροστά, πιο πέρα, πιο πάνω; Μήπως γι’ αυτό τον λόγο δεν είχε έρθει στην ξένη χώρα; Για να ξεχάσει, να προχωρήσει και να αλλάξει τη ζωή της… Ήταν ένας γοητευτικός άντρας, της άρεσε, ένιωθε καλά μαζί του, το φιλί του της έφερνε ανατριχίλα, το χάδι του την αναστάτωνε, ήθελε να βρίσκεται κοντά του, ένιωθε ασφάλεια, περνούσε καλά. Ήταν πλούσιος –ποιος θα μπορούσε να φανταστεί μεγαλύτερη τύχη από αυτήν;–, ήταν γιατρός, επάγγελμα σχεδόν μυθικό για τον δικό της κόσμο, οι γονείς του… η μάνα του δηλαδή, έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα, την αποδεχόταν, θα μπορούσε να τον παντρευτεί άμεσα, να γίνει κυρία γιατρού, να πάψει να σκοτώνε- ται στη δουλειά, να ξεπονέσουν τα πόδια της, να ισιώσει η πλάτη της, να αρχίσει να γεννάει πριγκιπόπουλα, να δίνει οδηγίες στη μαγείρισσα –και αυτό με προϋποθέσεις…– για το πώς θα φτιάξει το φαγητό και να τρέχει σε επιδείξεις μόδας και ιππικούς αγώνες. Γέλασε. Άκου «ιππικούς αγώνες»! Πώς της είχε έρθει τώρα αυτό; Και αμέσως ο νους της πήγε στη μάνα της, βασανισμένη αλλά πάντα χαμογελαστή – ποτέ δεν την είχε δει μουτρωμένη, ούτε να κλαίει την είχε δει. Τη θυμόταν μόνο να προσπαθεί, μάταια, να

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=