Mary

M A R Y 21 αέναη αναμονή. Απουσίαζες όλη μέρα, έτσι δεν είναι, Λεβ Γκλέμποβιτς;» «Nαι. Έλειπα από την πόλη». «Αχ, η άνοιξη! Θα πρέπει να είναι ωραία τώρα στην εξοχή». Η φωνή του Αλφιόροφ έσβησε για μερικές στιγ- μές, κι όταν ήχησε ξανά υπήρχε ένας δυσάρεστος ρυθμικός κυματισμός, ίσως επειδή ο ομιλητής χα- μογελούσε. «Όταν έρθει η γυναίκα μου, θα την πάω στην εξοχή. Λατρεύει τους περιπάτους στη φύση. Αλή- θεια δεν μου είπε η σπιτονοικοκυρά ότι θα έχει αδειάσει το δωμάτιό σου ως το Σάββατο;» «Έτσι είναι» είπε κοφτά ο Γκανίν. «Θ’ αφήσεις για πάντα το Βερολίνο;» O Γκανίν ένευσε, ξεχνώντας ότι κάθε νεύμα ήταν αθέατο μέσα στο σκοτάδι. O Αλφιόροφ μετα- κινήθηκε νευρικά στον μικρό καναπέ, αναστέναξε μια δυο φορές, μετά άρχισε να σφυρίζει απαλά έναν γλυκερό σκοπό, σταματώντας και ξαναρχίζο- ντας. Πέρασαν δέκα λεπτά· ξαφνικά, ακούστηκε ένας μεταλλικός ήχος από πάνω. «Καλύτερα τώρα» είπε ο Γκανίν χαμογελώντας. Την ίδια στιγμή άναψε πάλι το φως της οροφής και το κλουβί, το γεμάτο σιγοτραγουδίσματα κι

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=