Mary

M A R Y 19 σία. Τέσσερα χρόνια, δεν είναι αστείο. Μάλιστα, κύριε. Φτάνει πια η αναμονή. Δεν αργεί άλλο. Σή- μερα είναι Κυριακή». «Αναθεματισμένο σκοτάδι» μουρμούρισε ο Γκα- νίν και έτριξε τα δάχτυλά του. «Αναρωτιέμαι τι ώρα να είναι». O Αλφιόροφ αναστέναξε ηχηρά, αναδίνοντας τη ζεστή, μπαγιάτικη μυρωδιά ενός μεσόκοπου που δεν σφύζει από υγεία. Υπήρχε κάτι θλιβερό σ’ εκείνη τη μυρωδιά. «Έξι μέρες απομένουν. Μόνον έξι. Υπολογίζω να είναι εδώ το Σάββατο. Χθες έλαβα το γράμμα της. Έγραφε τη διεύθυνση με έναν κάπως αστείο τρόπο. Κρίμα που είναι τόσο πηχτό το σκοτάδι, αλλιώς θα σ’ το έδειχνα. Τι ψαχουλεύεις εκεί, φίλ- τατε; Δεν ανοίγουν αυτοί οι αεραγωγοί, ξέρεις». «Και για δυο δεκάρες θα τους έσπαζα» είπε ο Γκανίν. «Έλα τώρα, ησύχασε, Λεβ Γκλέμποβιτς. Δεν θα ήταν καλύτερα να παίξουμε κανένα παιχνιδάκι; Ξέρω μερικά θαυμάσια παιχνίδια, εγώ ο ίδιος τα επινοώ. Παραδείγματος χάριν: Βάλε με το νου σου έναν διψήφιο αριθμό. Έτοιμος;» «Δεν παίζω» είπε ο Γκανίν και κοπάνησε δύο φορές τον τοίχο με τη γροθιά του.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=