Μαρτυρίες - Το αλάτι μιας ζωής
29 Ta Παιδικά χρόνια ναγιώτης πιο θαρραλέος, άρχισε το φλερτ, ενώ η Ελέ- νη με συγγενείς καλόγριες και σπουδές στην γαλλική γλώσσα ήταν πολύ πιο μαζεμένη. Για καλή μου τύχη η Ελένη αποφάσισε να συνεχίσει την επαφή με τον Παναγιώτη, δι’ αλληλογραφίας, όπως συνηθιζόταν, ο οποίος άλλωστε της άρεσε «από το πρώτο δευτερόλε- πτο που τον είδε σε εκείνο το τρένο» , όπως μας έλεγε χρόνια αργότερα. – Αυτοί οι τόσο ερωτευμένοι γονείς ήταν εκδηλωτικοί με εσάς τα παιδιά τους; Και οι δύο ήταν εκδηλωτικοί. Ο πατέρας μου έδει- χνε πως ήταν λιγάκι πιο αυστηρός, αλλά είναι αυτό που λέμε « σκυλί που γαβγίζει, δεν δαγκώνει» . Ένα ιδιαί- τερο χαρακτηριστικό του ήταν ότι κάθε φορά που του ζητούσε χρήματα ή οτιδήποτε η μεγάλη μου αδελφή, ακόμα και αν αφορούσε κάποια εκδρομή με το σχο- λείο, άρχιζε με άρνηση, αλλά λίγη ώρα αργότερα της έδινε αυτό που είχε ζητήσει για να μην της λείψει τίπο- τα. Αυτή ακριβώς την στάση κράτησε αργότερα και σε εμάς τα δίδυμα. Όπως για τις περισσότερες οικο- γένειες εκείνη την εποχή έτσι και για την δική μας τα πράγματα ήταν δύσκολα οικονομικά, όμως ο πατέρας μου θυσιαζόταν για τα παιδιά του. Άλλωστε το απέδει- ξε στην πιο ουσιαστική και κρίσιμη για εμένα στιγμή, όταν αποφάσισα να φύγω για την Αμερική και έπρεπε να βρει χρήματα που αντιστοιχούσαν στους μισθούς ενός έτους, κάτι για το οποίο δεν υπήρχε δυνατότητα. Δανείστηκε από γνωστούς, φίλους, συγγενείς, προ- κειμένου να μου δώσει εμένα αυτό το τεράστιο για την εποχή ποσό, για να πάω στην Αμερική. Όμως, υπάρχει ένα ακόμα περιστατικό, πολύ χα- ρακτηριστικό, σε σχέση με τον πατέρα μου και την ιδιότυπη απλοχεριά του. Μέχρι που έγινα δεκαπέντε χρονών δεν είχα γνωρίσει τον νονό μου, τον οδοντία- τρο Τριαντάφυλλο Φούντη. Ήταν από το Μέτσοβο και ζούσε στα Γιάννενα. Τελικά, δεκαπέντε χρόνια μετά, ήρθε στην Πάτρα για τις Απόκριες με την γυναίκα του και τον γιο τους τον Δημήτρη, και έτσι τον συνάντη- σα για πρώτη φορά, και μάλιστα με έναν τρόπο που ακόμα τον θυμάμαι. Έκανα βόλτα στην παραλία με τους φίλους μου, συζητούσαμε και ταυτόχρονα κοι- τάζαμε και τα κορίτσια, ντυμένοι στην «τρίχα» με τις «κουστουμιές» μας και τις γραβάτες μας, κάτι που συ- νηθίζαμε οι νεαροί εκείνη την εποχή. Ξαφνικά βλέπω τον πατέρα μου με τον νονό και την νονά μου να σουλατσάρουν και αυτοί στην παρα- λία. Ο νονός μου, εκδηλωτικός, ένας καταπληκτικός τύπος, με αγκαλιάζει και μου δίνει στο χέρι ένα νό- μισμα. Από ντροπή δεν κοίταξα τι ήταν και το έβαλα στην τσέπη. Όταν χωρίσαμε, βγάζω το νόμισμα και βλέπω μία χρυσή λίρα, ίσως αυτή που δεν μου είχε δώσει όταν γεννήθηκα, δεν ξέρω. Εγώ 15 χρονών τότε, φυσικά ήξερα τι άξιζε η χρυσή λίρα Αγγλίας. Για την ιστορία, τότε η λίρα έκανε 300-310 δραχμές, δεν ήταν μεγάλο ποσό, αφού η σύνταξη του πατέρα μου ήταν 2.000 δραχμές, όμως ήταν για μένα ένα σοβαρό ποσό και έπρεπε να την φυλάξω. Η Ελένη Ο Παναγιώτης (Πάνος)
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=