Μαρτυρίες - Το αλάτι μιας ζωής
27 Ta Παιδικά χρόνια Η Απελευθέρωση της Πάτρας του Μάκη Ανδρικόπουλου Tο κυριακάτικο εκείνο πρωινό, που το ημερολόγιο έγραφε 1 η Οκτωβρίου 1944, για τους κατοίκους της Πάτρας ήταν η αρχή μιας ακόμα συνηθισμένης κατοχικής μέρας. Είχε λήξει η απαγόρευση της κυκλοφορίας και ο κόσμος κυκλοφορούσε «κανονικά» στους δρόμους. Την επόμενη μέρα, Δευτέρα 2 Οκτωβρίου, το τοπίο είχε αλλάξει άρδην. Έρημοι οι δρόμοι και οι κάτοικοι της πόλης κλεισμένοι στα σπίτια τους, με τον φόβο του θανάτου να απλώνεται πα- ντού. Ξαφνικά κατά τις 10, άρχισαν να ακούγονται πολλοί πυροβολισμοί, καθώς και συνεχή κροταλίσματα πολυβόλων. «Η Μάχη της Πάτρας» είχε αρχίσει! Οι Γερμανοί υποχωρούν αργά-αργά, προς το λιμάνι, προβάλλοντας αντίσταση με τελικό σκοπό να εγκαταλείψουν την πόλη αφού πρώτα ανατινάξουν και καταστρέψουν τις λιμενικές εγκαταστάσεις. Κάτι που ευτυχώς δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν με επιτυχία. Απώτερος στόχος των Γερμανών ήταν να διεκπεραιωθούν με ειδικά βαριά οπλισμένα πλοιάρια, «χε- λώνες» τα λέγανε οι Πατρινοί, στην απέναντι στερεοελλαδίτικη ακτή και από εκεί να εγκατα- λείψουν, όπως και ο υπόλοιπος γερμανικός στρατός, την Ελλάδα. Στο Δικαστικό Μέγαρο, από την πλευρά της «Γούναρη», οι Γερμανοί είχαν εγκαταστήσει ένα πολυβολείο που έλεγχε οπτικά αλλά και με εύρος πυρός όποιον προσπαθούσε να την διασχίσει. Δεν είχε προχωρήσει πολύ η μέρα όταν από τον έρημο δρόμο και με προφυλά- ξεις, πέρασε πεζή ο πλανόδιος εφημεριδοπώλης, ο οποίος από το παράθυρο μάς πούλησε την τοπική εφημερίδα και μετά τράβηξε προς τα κάτω στρίβοντας αριστερά στην «Κανακά- ρη». Φτάνοντας στη «Γούναρη» ο εφημεριδοπώλης, στο ύψος της «Κανακάρη» και χωρίς να γνωρίζει τον κίνδυνο, άρχισε να την διασχίζει. Στην αρχή ακούστηκε το ανατριχιαστικό κροτάλισμα του πολυβόλου και σχεδόν ταυτόχρονα η ανθρώπινη κραυγή/φράση, η οποία έσβησε πριν ακόμα τελειώσει, αλλά εγώ θα την ακούω σε όλη μου τη ζωή: «Ωχ! Μανούλα μ..!». Μετά από καμιά ώρα πέρασαν τον εφημεριδοπώλη νεκρό μπροστά από το σπίτι μας κρατώντας τον από τα χέρια και τα πόδια τέσσερεις άνδρες. Το μεσημέρι εκείνο καθίσαμε ως οικογένεια να φάμε στο φτωχικό μας. Η μέρα προχω- ρούσε και η μητέρα μου πήρε τον «μπότη» να φέρει λίγο νερό στο σπίτι από τη βρύση, η οποία βρισκόταν γωνία «Αλεξ. Υψηλάντου» και «Βότση», δίπλα στην εκκλησία της «Παντά- νασσας». Η μάχη ξαφνικά φούντωσε, οι γυναίκες που περίμεναν στη σειρά για λίγο νερό, έπεσαν τρομοκρατημένες στο έδαφος και γρήγορα-γρήγορα γύρισαν οι περσότερες άπραγες στα σπίτια τους. Το σκοτάδι δεν είχε φτάσει ακόμα όταν, από μια χαραμάδα από τα σχεδόν κλειστά παρά- θυρά, είδαμε να περνά μια μικρούλα γύρω στα δώδεκα, μπορεί και μεγαλύτερη, με κατεύ- θυνση τη «Γούναρη»! Η μητέρα μου αψηφώντας τον κίνδυνο, άνοιξε διάπλατα το παράθυρο και με φωνές που ξάφνιασαν την μικρούλα, της φώναξε να μη προχωρήσει προκειμένου να διασχίσει τον μεγάλο δρόμο διότι θα την σκότωναν οι Γερμανοί. Η μικρούλα που είχε ξεκινήσει από τη συνοικία του Αγιαλέξη, όπου δε γνώριζαν τι γινόταν στο κέντρο της πόλης, πήγαινε να επισκεφθεί συγγενικό της σπίτι. Έτρεξε τρομοκρατημένη και μπήκε γρήγορα- γρήγορα, στο σπίτι μας. Αφού την καθησυχάσαμε και ηρέμησε, την ρώτησε η μητέρα μου: «Πώς σε λένε κοριτσάκι μου;». «Ελευθερία» απαντά η μικρή! «Αχ κόρη μου, μας έφερες τη Λευτεριά την οποία νιώθουμε, με το Θέλημα του Θεού, να πλησιάζει», σχολίασε η μητέρα μου, κάνοντας τον σταυρό της!
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=