ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΚΑΙ ΦΡΑΝΚΕNΣΤΑΪΝ 37 κάπου και αγχώνομαι γι’ αυτό, αλλάζω καμιά εκατοστή φορές. Η ώρα περνάει και αργώ όλο και περισσότερο, πράγμα που φυσικά με αγχώνει ακόμα πιο πολύ. Συνήθως καταλήγω να αγκομαχάω πάνω από ένα σωρό ρούχα στο πάτωμα. Ακούγεται χαζό, στην πραγματικότητα όμως είναι σκέτη φρίκη». Ο Φρανκ κατένευσε με κατανόηση. «Οπότε τι κατέληξες να βάλεις;» «Απόψε; Α, κάτι που είχα φτιάξει». «Μπορώ να δω;» Η Κλίο σήκωσε το ένα της φρύδι. Κράτησε το τσιγάρο ανάμεσα στα χείλη της και σηκώθηκε για να ξεκουμπώσει τα ξύλινα κουμπιά του παλτού της από γούνα προβάτου. Αυτό που φορούσε δεν ήταν τόσο φόρεμα όσο ένα δίχτυ φτιαγμένο από χρυσό νήμα. Ήταν πλεγμένο όσο αραιά χρειαζόταν, ώστε να αφήνει μονάχα μια υπόνοια του σώματος από κάτω. Πολύ αχνά κάτω από τον απαστράπτοντα ιστό ο Φρανκ μπορούσε να δει το περίγραμμα των θηλών και του αφαλού της. Ήταν λεία, σαν ευέλικτο ψάρι πιασμένο σε λαμπερή απόχη. «Άσε με να έρθω επάνω» είπε ο Φρανκ. «Όχι» του είπε η Κλίο καθώς ξανακαθόταν. «Μπορεί να είναι εκεί οι συγκάτοικοί μου. Και…» –φύσηξε με μεγάλη σοβαρότητα τον καπνό της– «αν έρθεις, θα κάνουμε σεξ». «Και πού είναι το πρόβλημα;» «Φεύγω σε λίγους μήνες». «Νομίζω ότι θα καταφέρουμε να τελειώσουμε μέχρι τότε».
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=