Κλεοπάτρα και Φρανκενστάιν

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΚΑΙ ΦΡΑΝΚΕNΣΤΑΪΝ 35 «Μέσα». Τίναξε τα μαλλιά της. «Η γαμημένη η Πόλη του Μεξικού!» Ο Φρανκ, που σχεδίαζε να δουλέψει όλη την ερχόμενη εβδομάδα στο άδειο και ήσυχο γραφείο του, μάλλον δεν ήταν παρορμητικός ταξιδιώτης – του άρεσε όμως η ιδέα ότι θα μπορούσε να γίνει. Είχε τα μέσα, μα του έλειπε το κίνητρο. Και να που με την Κλίο συνέβαινε το αντίστροφο. Στράφηκαν ο ένας προς τον άλλο την ίδια στιγμή. Ο Φρανκ δίστασε κι ύστερα την τράβηξε πάνω του για μια αγκαλιά. Τα μαλλιά της μύριζαν σαπούνι και αμύγδαλα και καπνό τσιγάρου. Το στέρνο του μύριζε νωπό μάλλινο ύφασμα και μια ακριβή κολόνια που η Κλίο αναγνώρισε: ταμπάκο, αλλά χωρίς αψάδα χάρη στις νότες βανίλιας. «Και δεν προσπαθώ να σε αγοράσω» πρόσθεσε αφήνοντάς την. «Απλώς θα ήθελα να το δω μαζί σου». «Το ξέρω» του είπε. «Κι εγώ θα ήθελα να το δω μαζί σου». Διέσχισαν την Μπόουερι και περιπλανήθηκαν στο Ιστ Βίλατζ, όπου οι πανηγυρισμοί στους δρόμους είχαν πάρει μια τροπή με ανεπαίσθητα ίχνη επιθετικότητας. Άνθρωποι φώναζαν έξω από μπαρ και μπαινόβγαιναν σε εισόδους. Κάμποσα ζευγάρια καβγάδιζαν στις γωνίες των δρόμων. Στην είσοδο του πάρκου μια παρέα από κραστ πανκ αγόρια και κορίτσια ντυμένα με φθαρμένα στρατιωτικά ρούχα και δερμάτινα τζάκετ με καρφιά κουνούσαν αργά μικρά βεγγαλικά πάνω από τα γεμάτα τζίβες κεφάλια τους. Ένα ξαπλωμένο πίτμπουλ που φορούσε στον λαιμό μια μπα-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=