COCO MELLORS 18 «Αδερφέ μου» είπε ο Φρανκ στον άντρα πίσω από τον πάγκο. «Καλή χρονιά». Ο άντρας σήκωσε το βλέμμα από την εφημερίδα του, όπου διάβαζε για ακόμα περισσότερα εγκεκριμένα από το κράτος βασανιστήρια στη χώρα του. Αναρωτήθηκε τι έκανε αυτόν εδώ τον λευκό να τον θεωρεί αδερφό του κι ύστερα χαμογέλασε. «Επίσης» είπε. «Πού είναι ο πάγος;» «Δεν έχουμε πάγο» είπε ο άντρας και σήκωσε τους ώμους. «Ποιο μίνι μάρκετ δεν πουλάει πάγο;» «Αυτό» απάντησε ο άντρας. Ο Φρανκ σήκωσε τα χέρια σε μια χειρονομία παράδοσης. «Εντάξει, από πάγο τζίφος». Στράφηκε στην Κλίο. «Θέλεις τα τσιγάρα σου;» Τόση ώρα η Κλίο κοιτούσε τις τιμές των τσιγάρων στο ράφι. Έβγαλε το πορτοφόλι της, το οποίο, όπως πρόσεξε ο Φρανκ, δεν ήταν στ’ αλήθεια πορτοφόλι αλλά ένα βελούδινο πουγκί παραγεμισμένο με χαρτιά και περιτυλίγματα. Τα μακριά δάχτυλά της ψαχούλεψαν διστακτικά το περιεχόμενό του. «Ξέρεις τι;» του είπε. «Έχω κάτι χαρτάκια για στριφτά εδώ. Θα πάρω απλώς έναν καπνό. Έναν μικρό. Πόσο κάνει;» Ο Φρανκ είδε το σώμα του άντρα να χαλαρώνει και να γέρνει ακούσια προς το μέρος της Κλίο καθώς εκείνη του απευθυνόταν. Ήταν σαν να έβλεπε την μπροστινή πλευρά
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=