Κλεοπάτρα και Φρανκενστάιν

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΚΑΙ ΦΡΑΝΚΕNΣΤΑΪΝ 17 που υποδήλωνε φειδώ και ευφυΐα. Η Κλίο χαμογέλασε επιδοκιμαστικά. Ο Φρανκ τής ανταπέδωσε το χαμόγελο. Όπως συνέβαινε με τους περισσότερους ανθρώπους, έτσι κι αυτός πρόσεξε πρώτα τα μαλλιά της. Έπεφταν στους ώμους της σαν δυο χρυσαφιές αυλαίες που άνοιγαν για να αποκαλύψουν την πολυαναμενόμενη πρώτη πράξη: το πρόσωπό της. Που ήταν από μόνο του μια ολόκληρη παράσταση. Ενστικτωδώς ένιωσε ότι θα μπορούσε να κάθεται και να το κοιτάζει με τις ώρες. Είχε βάψει τα μάτια της με αϊλάινερ, σχηματίζοντας άψογες χοντρές μαύρες γραμμές τραβηγμένες προς τα πάνω στο στιλ της δεκαετίας του ’60 και προσθέτοντας στο τελείωμά τους από ένα μικροσκοπικό χρυσό αστεράκι. Τα μάγουλά της χρύσιζαν επίσης, περασμένα καθώς ήταν με κάτι γυαλιστερό· στο δυνατό φως έλαμπαν σαν σαμπάνια που αφρίζει. Ένα βαρύ παλτό από γούνα προβάτου την τύλιγε, συνδυασμένο με τα ροζ δερμάτινα γάντια που ο Φρανκ είχε προσέξει νωρίτερα και έναν λευκό μάλλινο μπερέ. Στα πόδια της φορούσε κρεμ κεντητές καουμπόικες μπότες. Τα πάντα στην αμφίεσή της ήταν μελετημένα. Ο Φρανκ, που είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του περιτριγυρισμένος από όμορφους ανθρώπους, δεν είχε δει ποτέ κανέναν που να της μοιάζει. Νιώθοντας άβολα με την ευθύτητα του βλέμματός του, η Κλίο γύρισε για να επιθεωρήσει ένα ράφι, που ατυχώς ήταν γεμάτο με γατοτροφές. Φοβόταν μήπως ήταν υπερβολικά μακιγιαρισμένη και μήπως σ’ αυτό το σκληρό φως το βαρύ μακιγιάζ της την έκανε να μοιάζει με καρνάβαλο.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=