Κλεοπάτρα και Φρανκενστάιν

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΚΑΙ ΦΡΑΝΚΕNΣΤΑΪΝ 13 «Αναμφισβήτητα». Την προσπέρασε τρέχοντας για ν’ ανοίξει την εξώπορτα του κτιρίου. «Θα συνοδεύσεις αυτό το παράξενο φρούτο στο μίνι μάρκετ; Απλώς θέλω να σ’ ακούσω να λες μερικές ακόμα λέξεις». «Μάλιστα… Όπως;» «Όπως αλουμίνιο». «Εννοείς αλουμί-νι-ο;» «Α, να το!» Σήκωσε περιχαρής τα χέρια του και σκέπασε τα αυτιά του. «Αυτή η προφορά. Α-λου-μί-νι-ο! Αυτό είναι που με στέλνει!» Προσπάθησε να φανεί επιφυλακτική, αλλά το διασκέδαζε, κι εκείνος το έβλεπε. «Εύκολα στέλνεσαι» του είπε. Την ξάφνιασε κάνοντας, δίχως ίχνος προσποίησης, μια παύση για να το σκεφτεί. «Όχι» της είπε τελικά. «Καθόλου». Είχαν βγει στον δρόμο. Στην απέναντι πλευρά ένα κατάστημα που πουλούσε φωτεινές πινακίδες έβαφε το πεζοδρόμιο κίτρινο, ροζ και γαλάζιο. «ΔΙΑ-ΦΩΤΙΣΜΟΙ ΜΙΛΕΡ. ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΕΙΤΕ ΜΑΣ. ΘΑ ΣΑΣ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ ΤΑ ΦΩΤΑ». «Πού είναι το μαγαζί;» τον ρώτησε. «Καλό θα ήταν να πάρω κι εγώ κάνα τσιγάρο, μην ξεμείνω». «Δύο τετράγωνα πιο κάτω, προς τα κει». Έδειξε ανατολικά.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=