Κάτω από το ηφαίστειο

45 Κ Α Τ Ω Α Π Ο Τ Ο Η Φ Α Ι Σ Τ Ε Ι Ο καθοδηγούν. Άκουγες τους πάντες εκτός από μένα, που πραγ- ματικά σ’ αγαπούσα». «Όχι, είσαι ο μόνος άνθρωπος που αγά- πησα στη ζωή μου». «Εμένα; Εσύ αγάπησες μόνο τον εαυτό σου». «Όχι, αγάπησα εσένα, μονάχα εσένα, πρέπει να με πι- στέψεις, σε παρακαλώ. Θυμήσου, πάντα σχεδιάζαμε να πάμε στο Μεξικό. Θυμάσαι;… Ναι, έχεις δίκιο. Ήσουν η ευκαιρία της ζωής μου. Ποτέ ξανά δεν θα ’χωμια ευκαιρία σαν κι αυτή!» Κι αίφνης άρχιζαν να κλαίνε μαζί σπαρακτικά. Μα ήταν του Προξένου η φωνή, όχι του Μαξιμιλιανού, ο κ. Λαρυέλ σχεδόν την άκουγε μες στο Ανάκτορο · και θυμή- θηκε, καθώς περπατούσε, ευγνώμων που είχε επιτέλους φτά- σει στην Κάγιε Νικαράγουα, έστω και στο πιο απομακρυσμέ- νο άκρο της, τη μέρα που είχε πετύχει εκεί τον Πρόξενο και την Υβόν αγκαλιασμένους · δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που είχαν έρθει στο Μεξικό και πόσο διαφορετικό του είχε φανεί τότε το Ανάκτορο! Ο κ. Λαρυέλ βράδυνε το βήμα του. Ο άνεμος είχε κοπάσει. Ξεκούμπωσε το αγγλικό τουίντ σακάκι του (αγορασμένο ωστόσο από το High Life, που εδώ το πρόφεραν Ιτσλίφ, στην Πόλη του Μεξικού) και χαλάρωσε το μπλε πουαντιγιέ φουλάρι του. Η βραδιά ήταν ασυνήθιστα αποπνικτική. Και πόσο σιωπηλή. Ούτε ένας ήχος, ούτε μια φωνή δεν έφτανε τώρα στ’ αυτιά του. Τίποτα πέρα απ’ τα βηματά του καθώς τα πόδια του σηκώνονταν αδέξια απ’ το χώμα… Ούτε ψυχή στον ορίζοντα. Ο κ. Λαρυέλ ένιωθε έναν μικρό ερεθισμό, σαν να ’ταν συγκαμένος – το παντελόνι του τον στένευε. Είχε παχύνει πολύ, είχε ήδη πάρει πολύ βάρος στοΜεξικό, κάτι που υπαινισσόταν έναν άλλο παράξενο λόγο για τον οποίο ενδεχομένως οι άνθρωποι έπαιρναν τα όπλα, έναν λόγο που δεν θα έβρισκε ποτέ τον δρόμο του προς τις εφημερίδες. Για μια στιγμή ανέμισε άσκοπα τη ρακέτα του,

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=