Κάτω από το ηφαίστειο

43 Κ Α Τ Ω Α Π Ο Τ Ο Η Φ Α Ι Σ Τ Ε Ι Ο στιγμή εκείνο το τελευταίο πρωινό –μα πώς μπορούσε να ’ναι κανείς σίγουρος πότε;–, λες και οΠρόξενος τα είχε υπολογίσει όλα, γνωρίζοντας ότι ο κ. Λαρυέλ θα την ανακάλυπτε ακριβώς τη στιγμή που ο Χιου, συντετριμμένος, θα του τηλεφωνούσε από το Παριάν. Το Παριάν! Στα δεξιά του υψώνονταν οι τοίχοι της φυλακής. Στο παρατηρητήριο, μόλις ορατοί, δυο αστυνο- μικοί κατόπτευαν ανατολικά και δυτικά με τα κιάλια τους. Ο κ. Λαρυέλ διέσχισε τη γέφυρα πάνω απ’ το ποτάμι κι ύστερα έκοψε δρόμο μέσα από ένα πλατύ ξέφωτο στο δάσος, το οποίο ήταν ολοφάνερα διαμορφωμένο σαν βοτανικός κήπος. Σμήνη πουλιών συνέρρεαν από τα νοτιανατολικά: μικρά, μαύρα, άσχημα πουλιά, όμως πολύ μακρύσωμα, κάτι ανάμεσα σε τε- ρατώδη έντομα και σε κουρούνες, με αδέξιες μακριές ουρές και κυματιστό, σπασμωδικό, επίμοχθο πέταγμα. Θρυμματί- ζοντας τηνώρα του δειλινού, φτερούγιζανφρενιασμένα καθώς ξεχύνονταν προς τις φωλιές τους, όπως κάθε βράδυ, για να κουρνιάσουν στα δέντρα του z ó calo , που, ώσπου να πέσει η νύχτα, θα αντηχούσε από τα αδιάκοπα, διαπεραστικά, μηχα- νικά κρωξίματά τους. H απαίσια συντροφιά σκορπίστηκε κι απομακρύνθηκεπεταρίζοντας βουβά.Μέχρι ναφτάσει οκ.Λα- ρυέλ στο Ανάκτορο, ο ήλιος είχε δύσει. Παρ’ όλη του την amour propre , 16 μετάνιωσε αμέσως που ήρθε. Οι σπασμένες ρόδινες κολόνες στο μισόφωτο ίσως και να καραδοκούσαν για να πέσουν να τον πλακώσουν · η πισίνα, καλυμμένη με πρασινωπή γλίτσα, με τη σκαλίτσα της ξεχαρ- βαλωμένη και κρεμασμένη από έναν ολότελα διαβρωμένο κρίκο, έτοιμη να πέσει στο κεφάλι του. Το γκρεμισμένο πα- ρεκκλήσι με την αβάσταχτη αποφορά του, πνιγμένο στα αγριό­ 16 Γαλλικά στο πρωτότυπο: Αυτοσεβασμός, εγωισμός, φιλαυτία.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=