Κάτω από το ηφαίστειο

33 Κ Α Τ Ω Α Π Ο Τ Ο Η Φ Α Ι Σ Τ Ε Ι Ο απέναντι, με κατεύθυνση προς τον σταθμό. Παρόλο που δεν θα ταξίδευε με το τρένο, η αίσθηση της αναχώρησης, της εγ- γύτητάς της, τον βάρυνε και πάλι καθώς, αποφεύγοντας παι- διάστικα τα σημεία των διακλαδώσεων, πήρε να βαδίζει πάνω στις στενές ράγες. Πέρα, στο χορταριασμένο πρανές, το φως του ήλιου που έδυε έπεφτε στις δεξαμενές πετρελαίου και εξοστρακιζόταν. Η αποβάθρα κοιμόταν. Οι γραμμές ήταν άδειες, τα σήματα υψωμένα. Σχεδόν τίποτα δεν μαρτυρούσε πως κάποιο τρένο είχε φτάσει κάποτε εδώ, πόσο μάλλον πως είχε φύγει από τούτο τον σταθμό. ΚΟΥΑΟΥΝΑΓΟΥΑΚ Κι όμως, λιγότερο από έναν χρόνο πριν, το μέρος αυτό είχε αποτελέσει το σκηνικό ενός αποχαιρετισμού που δεν θα ξεχνούσε ποτέ. Δεν είχε συμπαθήσει τον ετεροθαλή αδερφό του Προξένου όταν είχε έρθει με την Υβόν και τον ίδιο τον Πρόξενο στο σπίτι του κ. Λαρυέλ στην Κάγιε Νικαράγουα, όπως εξάλλου, το ένιωθε τώρα, ούτε ο Χιου είχε συμπαθήσει εκείνον. Η παράδοξη εμφάνιση του Χιου –μολονότι ήταν τό- σο συντριπτική η επίδραση της συνάντησής του με την Υβόν, που δεν είχε σχηματίσει τόσο έντονα την εντύπωση αυτής της παραδοξότητας, ώστε να καταφέρει αργότερα, στο Παριάν, να τον αναγνωρίσει αμέσως– έμοιαζε απλώς με καρικατούρα της στοργικής, γλυκόπικρης περιγραφής που είχε δώσει για εκείνον ο Πρόξενος. Αυτό λοιπόν ήταν το παιδί για το οποίο ο κ. Λαρυέλ θυμόταν αόριστα ότι είχε ακούσει πριν από χρόνια! Μέσα σε μισή ώρα τον είχε απορρίψει ως έναν ανεύθυνο και πληκτικό νεαρό, έναν επαγγελματία μαρξιστή του σαλονιού, προφανώς ματαιόδοξο και ανασφαλή, έστω κι αν, παρ’ όλ’ αυτά, απέπνεε κάτι ρομαντικά εξωστρεφές. Ενώ ο Χιου, τον

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=