Κάτω από το ηφαίστειο

27 Κ Α Τ Ω Α Π Ο Τ Ο Η Φ Α Ι Σ Τ Ε Ι Ο έπιναν ανίς. Είχαν παίξει τένις και στη συνέχεια μπιλιάρδο και οι ρακέτες τους, προστατευμένες από την υγρασία, βιδωμένες στις ειδικές θήκες τους –τριγωνική του γιατρού, τετράγωνη του άλλου– ώστε να μένουν τεντωμένες οι χορδές, ήταν ακου- μπισμένες στο στηθαίο μπροστά τους. Καθώς πλησίαζε η λι- τανεία που, ξεκινώντας από το νεκροταφείο, κατέβαινε ελι- κοειδώς την πλαγιά του λόφου πίσω από το ξενοδοχείο, οι θρηνητικοί ήχοι της ψαλμωδίας έφτασαν στ’ αυτιά των δύο αντρών · στράφηκαν να παρακολουθήσουν την πένθιμη πομπή –λίγο αργότερα θα ήταν ορατές μονάχα οι μελαγχολικές φλο- γίτσες των κεριών όσων συμμετείχαν– να ελίσσεται πέρα, μα- κριά, ανάμεσα στα δεμάτια από ξερά καλαμπόκια. Ο δρ Αρ- τούρο Ντίας Βιγκίλ έσπρωξε το μπουκάλι του Anís del Mono προς τον κ. Ζακ Λαρυέλ, που τώρα έσκυβε προς τα εμπρός με τεταμένη την προσοχή. Λίγο πιο δεξιά και χαμηλότερα απ’ αυτούς, κι ενώ οι αιμα- τόχρωμες ανταύγειες του απέραντου κατακόκκινου δειλινού ξεθώριαζαν στις έρημες πισίνες που ήταν διάσπαρτες παντού σαν πολλαπλοί αντικατοπτρισμοί, απλωνόταν η γαλήνη και η γλυκύτητα της πόλης. Φαινόταν ολότελα ειρηνική από εκεί που κάθονταν. Μόνο αν αφουγκραζόταν κανείς προσεκτικά, όπως έκανε τώρα ο κ. Λαρυέλ, θα μπορούσε να διακρίνει έναν απόμακρο, συγκεχυμένο ήχο –διακριτό, κι όμως κατά κάποιον τρόπο αξεχώριστο από το αχνό μουρμουρητό και τα κουδου- νάκια της λιτανείας–, έναν ήχο σαν τραγούδι, που δυνάμωνε κι έσβηνε, κι ένα σταθερό ποδοβολητό. Ήταν οι κρότοι και οι κραυγές της φιέστας που διαρκούσε όλη μέρα. Ο κ. Λαρυέλ ξαναγέμισε με ανίς το ποτήρι του. Έπινε ανίς επειδή του θύμιζε το αψέντι. Ένα βαθύ κοκκίνισμα χρωμάτι- ζε το πρόσωπό του και το χέρι του έτρεμε ελαφρά πάνω στο

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=