Κανονικά παιδιά

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΙΜΟΣ 24 σωστά τη δουλειά. Μια σφηκοφωλιά σε οίστρο, καθώς τρεις ένστολοι πηγαινοέρχονταν πάνω κάτω, ο ένας φωτογραφίζοντας και οι δύο στήνοντας κορδέλα για να αποκλείσουν τον χώρο. Τι σκατά κάθομαι και κάνω εδώ μέσα; σκέφτηκα και κίνησα προς την πόρτα. Βγήκα έξω ψάχνοντας τον Λευτέρη και κοιτώντας στην άκρη του κήπου την Έρη να κάθεται μέσα στο περιπολικό, ενώ μαζί της μια γυναίκα με στολή τής χαμογελούσε δείχνοντάς της κάτι στο κινητό. Ο Μαρκάς με ακολούθησε και με βρήκε τη στιγμή που εντόπισα τον Λευτέρη να στηρίζεται στο καπό του αγροτικού του. «Τι θα γίνει με τη μικρή;» ρώτησα τον πιτσιρικά. «Τα τυπικά, τα τυπικά, αστυνόμε» είπε, σαν να ήταν πολλές οι φορές που είχε ασχοληθεί με τα τυπικά. Φλέρταρα με την ιδέα να τον ρωτήσω αν είχε ξαναδεί στη ζωή του μια τυπικά δολοφονημένη γυναίκα, ένα τυπικό σπίτι εγκλήματος ή έστω ένα τυπικό παιδί που κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι. Δεν το έκανα. Δεν είχα όρεξη για εξυπνάδες και δεν μου έφταιγε ο πιτσιρικάς που του κλήρωσε να κάνει απόψε τη δουλειά. Έκανα να φύγω, αλλά κατάλαβα πως δεν θα ξεμπέρδευα τόσο γρήγορα. «Εσείς, αστυνόμε, ήσασταν ώρα εδώ;» «Από την ώρα που σας καλέσαμε». Κοίταξε το ρολόι του και χαμογέλασε. «Σαράντα λεπτά δηλαδή». Είδα με την άκρη του ματιού μου τον Λευτέρη να ανάβει τσιγάρο και να μας παρακολουθεί. «Κρυώνω». «Παρακαλώ;» ρώτησε, σαν όντως να αιφνιδιάστηκε από αυτή την απλή δήλωση. «Κάνει κρύο εδώ. Εσύ δεν κρυώνεις;» ρώτησα. «Εεε… Όχι, εντάξει».

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=