Κανονικά παιδιά

ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΠΑΙΔΙΑ 21 Ο Λευτέρης γούρλωσε τα μάτια του, σηκώθηκε άξαφνα όρθιος και όρμησε στην έξοδο. Προχώρησα στο μοναδικό δωμάτιο του σπιτιού. Ένα διπλό κρεβάτι, δύο κομοδίνα και μία ξύλινη ντουλάπα. Στον τοίχο ένας πίνακας απεικόνιζε ένα ελάφι να τρώει από ένα φυλλοβόλο δέντρο καταμεσής ενός άγονου χωραφιού. Τράβηξα το βλέμμα μου από το κόκκινο ελάφι και άνοιξα την ντουλάπα. Μερικά σεντόνια και λίγα πανωφόρια. Έσκυψα στο πάτωμα και άναψα τον φακό από το κινητό μου. Τότε την είδα. Αυτή την εικόνα θα την έφερνα αρκετές φορές στο μυαλό μου τις επόμενες μέρες και θα προσπαθούσα να την αποδιώξω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Δύο πράσινα μάτια να κοιτούν τρομαγμένα τη δέσμη, ενώ ένα λεπτό κορμάκι απλωμένο μπρούμυτα πάνω στο πάτωμα να σέρνεται όλο και πιο πίσω, σαν μωρό-θήραμα που το έχει στριμώξει στο λαγούμι του ένα ενήλικο αρπακτικό. «Μη φοβάσαι» ήταν το πρώτο που βρήκα να πω. Έστρεψα τον φακό από την άλλη, ώστε να βλέπει το πρόσωπό μου χωρίς να την τυφλώνω και δοκίμασα ξανά. «Είσαι ασφαλής». Έμεινα να την κοιτώ, χωρίς να την αφήσω να καταλάβει την αγωνία μου. Κάτι ψέλλισε που δεν κατάφερα να διακρίνω. «Είναι όλα καλά, μπορείς να βγεις» είπα μαλακά. Το κορίτσι έδιωξε την ξανθιά μπούκλα που έπεφτε μπροστά στα μάτια του και κούνησε τα χείλη του. «Η θεία;» ψέλλισε. Ήταν εκείνη η στιγμή που ευχήθηκα να είχα βρει τη μικρή αργότερα, όταν η σορός δεν θα βρισκόταν στο σαλόνι. «Είμαι φίλος της. Θες να έρθεις έξω;» Η μικρή έδειχνε να το σκέφτεται, όταν η σειρήνα του περιπολικού την έκανε να τραβηχτεί ξανά προς τον τοίχο. Διέκρινα έναν μορφασμό πόνου στο πρόσωπό της. «Έχεις χτυπήσει;»

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=