ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΙΜΟΣ 20 μαύρο εσώρουχο και ένα λευκό φανελάκι. Τα μαλλιά ήταν ανάκατα, σαν να είχε λουστεί πριν και να μην είχε προλάβει να τα χτενίσει. Γονάτισα δίπλα της κοιτώντας το αιματοβαμμένο της άσπρο φανελάκι. Δεν χρειαζόταν να είσαι ιδιαίτερα παρατηρητικός για να εντοπίσεις δύο τρύπες στον θώρακα και μία στο στομάχι με μικρή διάμετρο –υπέθεσα από σαρανταπεντάρι– και έναν μώλωπα στον αριστερό καρπό. Ο Λευτέρης κατέβασε το ακουστικό από το σταθερό τηλέφωνο του σπιτιού και εγώ μετάνιωσα που δεν του είπα να το πιάσει με το μανίκι του. «Τι σου είπαν;» ρώτησα. «Έρχονται» απάντησε με μια ηχώ στη φωνή του που άκουγα για πρώτη φορά: σαν ένα αγόρι ξεβρασμένο από τη θάλασσα που φτύνει νερό για να πάρει ανάσα. Έπιασα το χέρι της Νάντιας. Ήταν κρύο. Υπολόγισα πως θα ήταν νεκρή πάνω από ώρα και σηκώθηκα όρθιος. «Τι σκατά έγινε εδώ, ρε Λευτέρη;» Ο άντρας απέναντί μου δεν μιλούσε. Το σοκ είχε μουδιάσει κάθε του αίσθηση και κοίταξα το ρολόι μου. 11:20. Ξεκίνησα να περπατώ μέσα στο σπίτι και ο Λευτέρης έσκυψε δίπλα στη Νάντια. «Μην ακουμπήσεις τίποτα» του φώναξα και εκείνος έκρυψε το πρόσωπό του μέσα στις παλάμες του. Κοίταξα για άλλη μία φορά γύρω μου. Ένα συνηθισμένο σαλόνι με μια μικρή κουζίνα και λίγα ξύλινα έπιπλα. Έφτασα στον καλόγερο που υπήρχε δεξιά στο παραβιασμένο παράθυρο. Κοίταξα τη σορό στο πάτωμα και τα ρούχα στον καλόγερο. «Έχει παιδί η Νάντια;» ρώτησα, προσπαθώντας να καταλάβω γιατί ένα παιδικό μπουφάν κρεμόταν στον καλόγερο. Πήρα το ροζ πουπουλένιο μπουφάν με τα χοντρά μανίκια και το κούνησα μπροστά στη μούρη του, με την ελπίδα να βγει να πάρει μια ανάσα που θα οξυγονώσει τον εγκέφαλό του. «Ποιανού είναι αυτό, ρε; Συγκεντρώσου, γαμώτο μου».
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=