Κανονικά παιδιά

ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΠΑΙΔΙΑ 19 ακούμε το σύρσιμο της σαύρας στα χόρτα, τα φτερουγίσματα από τα νυχτοπούλια που έψαχναν τροφή στα κλαδιά. Ο Λεύτερης δεν άντεξε τη σιωπή και χτύπησε ξανά το κουδούνι ενώ έκανε να ψάξει το κινητό του στην τσέπη. Τσάμπα κόπος. Δεν είχαμε σήμα σε όλη τη διαδρομή. Χτύπησε για τρίτη φορά και φώναξε το όνομά της. Έκανα ένα βήμα αριστερά, κοιτάζοντας το άνοιγμα του ξέφωτου. Το σπίτι έμοιαζε να βουλιάζει μέσα σε έναν γιγάντιο κρατήρα, καθώς η γη σε αυτό το σημείο ήταν άσπαρτη και ξεχορταριασμένη. Τα δέντρα στο βάθος έμοιαζαν με κάγκελα που κύκλωναν τον κρατήρα μην τυχόν και αποφασίσει κανείς να τον επισκεφθεί. Ήταν περίεργο αλλά, παρόλο που το μόνο που είχα πάνω από το κεφάλι μου ήταν ένας σκοτεινός ουρανός, ένιωσα μια περίεργη αίσθηση κλειστοφοβίας να με κατακλύζει. Ξεκίνησα να περπατάω δίχως σκοπό, όταν άκουσα τον ήχο του γυαλιού να θρυμματίζεται κάτω από τα πόδια μου. Πατούσα πάνω σε γυαλιά, ενώ ο Λευτέρης, ακούγοντας τον ήχο, έμεινε σαστισμένος να με κοιτά. Το παράθυρο στα δεξιά ήταν ανοιχτό. Έβαλα το χέρι μου στη μέση ψάχνοντας το όπλο. Έπιασα μόνο τη ζώνη μου, γαμώ την τύχη μου. Το όπλο ήταν στο σπίτι, αφού δεν είχα και κανέναν λόγο να το κουβαλώ στην Τσαπουρνιά όσο έτρωγα κολοκυθάκια αυγολέμονο. Έκανα νόημα στον Λευτέρη να κάνει ησυχία και πλησίασα το παράθυρο. Το τζάμι πίσω του ήταν θρυμματισμένο. Διάολε! Έβγαλα το μπουφάν μου, το έδεσα πάνω στο δεξί μου χέρι και έσπρωξα από το περβάζι τα υπόλοιπα θρύψαλα, για να περάσω μέσα. Ο Λευτέρης με ακολούθησε, και πριν προλάβει να προσγειωθεί δίπλα μου, αντίκρισα τη γυναίκα στο πάτωμα. Η Νάντια ήταν νεκρή. Μια γυναίκα που δεν έμοιαζε πάνω από σαράντα κοιτούσε με ορθάνοιχτα μάτια το ταβάνι, ενώ η φιστικί ρόμπα που φορούσε είχε ανοίξει, αφήνοντας να φανεί ένα

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=