Κανονικά παιδιά

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΙΜΟΣ 18 ντάς μας να περάσουμε αργά τη γέφυρα των Γουβών για να μπούμε στο χωριό. «Την απειλούν, Καπετάνο» είπε άξαφνα. «Με ξέρεις, δεν μασάω, αλλά πριν από μία βδομάδα πήγε στα μελίσσια της και τα είδε σπασμένα. Προχθές βρήκε μια νεκρή κότα στην εξώπορτα. Και είναι και το άλλο…» συμπλήρωσε χαμηλώνοντας τη φωνή του. «Αυτό το αίσθημα… σαν κάποιος να παρακολουθεί το σπίτι. Το νιώθω κι εγώ κάθε φορά που κοιμάμαι μαζί της». Φλέρταρα με την ιδέα να ανάψω ένα ακόμα πουράκι, αλλά αντιστάθηκα στην έλξη της νικοτίνης. Δεν είχε νόημα να επαναλάβω την ερώτηση για το ποιοι την απειλούνε. Ο Λευτέρης δεν είχε απάντηση και εγώ στην πραγματικότητα απλώς σκόπευα να βγάλω την ουρά μου απέξω και να καλέσω την αστυνομία. Τη χάρη όμως θα του την έκανα, θα μίλαγα πρώτα μαζί της. Το αγροτικό σταμάτησε έπειτα από πεντακόσια μέτρα, στο τέλος του λόφου, και εγώ βγήκα στην ερημιά της νύχτας, έχοντας συνειδητοποιήσει πως ο Λευτέρης έχει καταφέρει να με σύρει στην παγωνιά μέσα σε ένα ξέφωτο δίχως σπίτια και φώτα. Περπάτησα στα τυφλά, ακολουθώντας τον και προσέχοντας μη σκοντάψω σε καμιά κοτρόνα και βρεθώ στο χώμα. Πρόλαβα να ζηλέψω τη μοναξιά του μέρους, αφού ήταν προφανές πως κάποιος άλλος είχε βρει ένα καλύτερα απομονωμένο σημείο από το σπιτάκι που νοίκιαζα εγώ στην Τσαπουρνιά. Για ένα μόνο ήμουν σίγουρος: η γυναίκα που θα συναντούσα δεν φοβόταν τη μοναξιά. Στα επόμενα δέκα μέτρα μια αχνή κίτρινη λυχνία στον τοίχο φώτιζε την είσοδο πάνω από μια ξύλινη πόρτα που έμοιαζε πιο παλιά και από το ίδιο το σπίτι. Τα βήματά μας έκοψαν ρυθμό. Σταματήσαμε έξω από την πόρτα και ο Λευτέρης χτύπησε το κουδούνι. Δύο δευτερόλεπτα και το ντριν σταμάτησε. Μείναμε στη σιωπή ο ένας δίπλα στον άλλο σαν δυο άλαλα σκυλιά, να

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=