ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΠΑΙΔΙΑ 17 «Τον τελευταίο μήνα. Της είπα να έρθει από το μαγαζί, πως είσαι φίλος και θα καταλάβεις, αλλά φοβάται τους μπάτσους». Δεν μπήκα στον κόπο να τον διορθώσω, το έκανε μόνος του. «Της εξήγησα πως δεν είσαι πια μπάτσος, έχεις φύγει αποκεί». Δίστασε. «Έχεις φύγει, έτσι δεν είναι;» «Τεχνικά όχι, αλλά στην ουσία…» «Η ουσία με νοιάζει, Καπετάνο, και η ουσία είναι πως δεν εμπιστεύομαι τους μπάτσους». «Εσένα τι σου είναι η κοπελιά;» ρώτησα και κατέβασα το παράθυρο. Ο κρύος αέρας με έκανε να το μετανιώσω αμέσως, αλλά αποφάσισα να υπομείνω το κρύο για να αδειάσει η καμπίνα από τον καπνό. «Φίλη, αίσθημα… έχω καλό σκοπό που λένε». «Γιατί δεν της είπες να έρθει από την ταβέρνα;» «Της το είπα, και χθες και προχθές, αλλά όσο την είδες εσύ άλλο τόσο την είδα κι εγώ». Τράβηξα μια τελευταία τζούρα και άφησα το κεφάλι μου να ακουμπήσει στο προσκέφαλο του καθίσματος, ενώ πίσω μου τα τελευταία φώτα του χωριού έσβηναν καθώς ανηφορίζαμε τον δρόμο προς το δάσος. Οι προβολείς του αγροτικού πάσχιζαν να κερδίσουν μερικά ακόμα μέτρα στην άσφαλτο, αλλά το σκοτάδι έμοιαζε να φτάνει σε κάθε χιλιόμετρο όλο και πιο κοντά στο καπό. «Πες τα μου πάλι» ζήτησα. «Θα σ’ τα πει εκείνη». «Αν ήθελε να μου τα πει εκείνη, θα ερχόταν στην ταβέρνα». «Η Νάντια είναι καλό κορίτσι». «Όλοι καλοί είμαστε. Εδώ πάνω τι κάνει;» «Δουλεύει. Νοίκιασε ένα σπίτι στις Γούβες και βγάζει πευκόμελο». Μπορούσα να ακούσω το ποτάμι να ρέει δίπλα μας γεμάτο από τα νερά του Αιγαίου, που χώνονταν από τη βόρεια μεριά του νησιού και ξεκινούσαν να κυλούν από το Πευκί, αναγκάζο-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=