ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΙΜΟΣ 16 γυρνούσε στο χωριό για να βοηθήσει τον πατέρα του στην ταβέρνα. Από τότε, όποτε ανηφόριζα προς βόρεια Εύβοια, σταματούσα στην Τσαπουρνιά, στην ταβέρνα με το ίδιο όνομα με το χωριό του, πιο πολύ από προσωπική περιέργεια για να δω αν ο Λευτέρης ακόμη μαγειρεύει ή το έβαλε στα πόδια – και μέχρι σήμερα, δεκαπέντε χρόνια μετά, ο Λευτέρης δεν το είχε σκάσει. Άρχισα να τρώω και το δεύτερο κολοκύθι, όταν αποφάσισα να του κάνω τη χάρη. «Λέγε, Λευτέρη, τι έγινε;» Δίστασε και κοίταξε ξανά την πόρτα πίσω του. Ήμασταν μόνοι, Φεβρουάριο μήνα, με πέντε βαθμούς έξω και μια ζεστή φλόγα μέσα. «Έχεις φύγει;» ρώτησε σκύβοντας προς το μέρος μου. «Από πού;» «Από τις στολές». «Σ’ τα έχω ξαναπεί». «Συγχώρα με. Τα έχω διαβάσει κιόλας. Έπειτα από τη φάση εκεί, με τη βόμβα και τα κόλπα…» Έκανε μια παύση και έστρεψε τα μάτια του πάνω μου. «Εγώ είχα ανησυχήσει για σένα, Καπετάνο. Σ’ έψαξα στα τηλέφωνα». «Τα ξέρω αυτά. Στο θέμα μας τώρα. Γιατί με ξαναρωτάς;» Διέκρινα στα μάτια του τη λευκή γυαλάδα. Τη λάμψη που φέρνει ο φόβος. Δεν πρόλαβα να ρωτήσω περισσότερα, σηκώθηκε όρθιος. «Έλα μαζί μου». Είχαν περάσει δέκα λεπτά από τη στιγμή που άνοιξα την πόρτα του κόκκινου αγροτικού και κάθισα στη θέση του συνοδηγού. Ο Λευτέρης δίπλα μου οδηγούσε αργά, σαν να μην ήταν βέβαιος αν ήθελε να φτάσουμε στο σπίτι της. «Πόσο καιρό συμβαίνει αυτό;» ρώτησα ψαρεύοντας την κασετίνα με τα πουράκια στην μπροστινή τσέπη του τζιν μου.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=