ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΠΑΙΔΙΑ 15 Επέστρεψα από τις σκέψεις μου με έναν πόνο στο γόνατο και τον άντρα απέναντί μου να κρατά το κινητό στο αυτί και να το αφήνει για δεύτερη φορά στο τραπέζι δίχως κουβέντα. Διέκρινα το σφίξιμο στα χείλη του, σαν να προσπαθούσε κάτι να με ρωτήσει αλλά να μην τολμούσε. «Τι σκέφτεσαι, ρε Λευτέρη;» Το μέτωπό του ζάρωσε. «Φαίνεται;» «Δεν σε έχω συνηθίσει σιωπηλό». «Με έχεις μάθει, αστυνόμε» είπε με ένα ντροπαλό χαμόγελο, που κρύφτηκε κάτω από τα μούσια του. Σηκώθηκε και έφτασε στο τζάκι, έπιασε ένα κούτσουρο και το πέταξε στη φωτιά. Όταν κάθισε ξανά απέναντί μου, το ξύλο είχε προλάβει να αρπάξει. «Πεύκο» είπε «φουντώνει αμέσως, αλλά καίγεται γρήγορα. Γι’ αυτό προτιμώ την ελιά, δεν κάνει εύκολα χατίρια, αλλά, όταν κάψει, κρατά». Με κοίταξε και συμπλήρωσε. «Σαν εσένα». Ο Λευτέρης με γνώριζε από παλιά. Όταν ακόμη ήταν ένας συγκολλητής είκοσι πέντε χρονών που, πέρα από τις ώρες εργασίας στα ναυπηγεία, αποφάσισε να κάνει και μερικές υπερωρίες. Τους είχαμε κάνει τσακωτούς εκείνον και έναν φιλαράκο του να κόβουν δύο κλεμμένα βανάκια σε ένα παλιό γκαράζ και να ισχυρίζονται πως δεν είχαν ιδέα ότι ήταν κλεμμένα και πως ανήκαν στο ναυπηγείο. Τελικά μας έλεγαν τη μισή αλήθεια, καθώς τα αμάξια ήταν κλεμμένα, αλλά τα είχε αγοράσει ο λογιστής του ναυπηγείου μισοτιμής και, όταν έμαθε πως την είχε πατήσει, προσπάθησε να τα ξεφορτωθεί αντί να το πει στη διοίκηση. Ο Λευτέρης και ο φίλος του ισχυρίστηκαν στο δικαστήριο πως δεν γνώριζαν τίποτα και τη γλίτωσαν χωρίς να απαντήσουν στο ερώτημα: «Γιατί κάνατε αυτή τη δουλειά σε ένα απομονωμένο γκαράζ στη Θήβα, τριάντα χιλιόμετρα μακριά από τα ναυπηγεία;». Αυτή η μέρα ήταν η πρώτη φορά που αποφάσισε πως θα
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=