Κανονικά παιδιά

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΙΜΟΣ 14 «Καλά είμαι. Ήρεμος» είπα και δοκίμασα την πρώτη μπουκιά από τα κολοκυθάκια, βουτηγμένα σε μια σάλτσα ξινή και ελαφρώς αλατισμένη. «Έχεις βάλει μαϊντανό;» «Σου αρέσουν;» «Νόστιμα είναι» είπα χωρίς άλλες κουβέντες και συνέχισα να τρώω. Ο Λεύτερης άναψε τσιγάρο χωρίς να αποκαλύψει τη συνταγή, και έμεινε να με κοιτά. Γέμισε το ποτήρι μου με μπίρα και έβγαλε το κινητό του. Πληκτρολόγησε και το έφερε στο αυτί. Στη συνέχεια το έκλεισε χωρίς να μιλήσει και κοίταξε την πόρτα. «Περιμένεις κόσμο;» «Ταβέρνα έχω, όλο και κάποιον περιμένω». Ο Λευτέρης ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους που συναντούσα στην Τσαπουρνιά. Αυτό το μικρό χωριουδάκι στη βόρεια Εύβοια είχε γίνει ο τόπος της αυτοεξορίας μου. Είχαν περάσει οχτώ μήνες από την εντολή των Κεντρικών για την τιμητική άδεια με αδιευκρίνιστη ημερομηνία λήξης και αρκετός καιρός για να συνειδητοποιήσω πως η τιμητική άδεια ήταν μια μακιγιαρισμένη απόφαση αποπομπής από το Σώμα με πληρωμένα ένσημα. Ήμουν αρκετά χρόνια στην υπηρεσία και γνώριζα πως το σύστημα ανακαλύπτει όποτε χρειάζεται τη δημιουργική του πλευρά, επινοώντας τον κατάλληλο τρόπο για να σε εξοντώσει αν θεωρηθείς ενοχλητικός για την ύπαρξή του, και μετά την τελευταία υπόθεση ήμουν σίγουρος πως το ίδιο το σύστημα έχει φροντίσει για τη διαιώνισή του, σαν καλός τεκνοποιός, ώστε η κληρονομιά του να συνεχιστεί και να διατηρηθεί από τα πιο υπάκουα τέκνα του. Έμαθα με τον πιο διαφωτιστικό τρόπο πως οι υπάκουοι κληρονόμοι είναι πολύ περισσότεροι από όσους πίστευα, και οποιαδήποτε αμφιβολία έσβησε έναν χρόνο πριν με τον ήχο της βόμβας που έσκασε μέσα στο γήπεδο πυγμαχίας.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=