Κανονικά παιδιά

ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΠΑΙΔΙΑ 13 φωνή, βαθιά και ανελέητη, να απαντά στους ψιθύρους της Σιλένιας. Ήξερε, αν και δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς, ότι κάτι είχε αρχίσει να κινείται. Κάτι άγνωστο και αόρατο που περίμενε μόνο την κατάλληλη στιγμή για να φανερωθεί. Και όταν αυτή η στιγμή θα ερχόταν, η Σιλένια θα ήταν το κέντρο του. Ο καπνός από το καμένο λίπος έκανε τα μάτια της να τσούξουν, αλλά εκείνη δεν σταμάτησε να σπάει τα αυγά, αφήνοντας τον κρόκο να χύνεται μέσα στο καυτό τηγάνι. Το λάδι έφτυνε μικρές φλόγες στις άκρες, ενώ ο ρυθμικός ήχος του τηγανίσματος έμοιαζε να συγχρονίζεται με έναν ανεξήγητο παλμό που ερχόταν από το βάθος του σπιτιού. Έριξε τα αυγά στο πιάτο και κίνησε ξανά για το δωμάτιό της. «Έχεις παιδιά, συνάδελφε» «Δεν ήξερα ότι είσαι βίγκαν». Ο Λευτέρης κοιτούσε το φαγητό μου με ύφος περίλυπο και υποτιμητικό. Χόρτα, γραβιέρα και δύο γεμιστά κολοκύθια με ρύζι και σάλτσα αυγολέμονο ήταν το βραδινό μου σε αυτή την ταβέρνα, και η αλήθεια είναι πως ο Λευτέρης όσο ατάλαντος ήταν στο χιούμορ τόσο ταλαντούχος ήταν στην κουζίνα. Κάρφωσα με το πιρούνι μου την άκρη της γραβιέρας, έκοψα ένα κομμάτι και το έφαγα επιδεικτικά μπροστά του. «Κουμάντο θα κάνεις στο φαΐ μου;» «Εγώ το φτιάχνω». «Θες να μη φάω;» «Καλά, ρε, μια κουβέντα είπα. Θες παρέα;» ρώτησε και κάθισε πριν προλάβω να απαντήσω. Πίσω του, στον τοίχο, δύο χοντρά κούτσουρα συντηρούσαν μια ασθενική φωτιά. «Καλά είσαι;»

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=