Κανονικά παιδιά

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΙΜΟΣ 12 «Πρέπει να τρως» είπε η μητέρα της, που είχε πια απομακρυνθεί. «Θα σου τηγανίσω αυγά» ψιθύρισε και την άφησε βουτηγμένη σε σκιές και ψιθύρους που μόνο εκείνη καταλάβαινε. Τη νύχτα που τη γέννησε, το φως της σελήνης έμπαινε αχνό από το παράθυρο, αλλά δεν κοίταζε το φεγγάρι. Κοίταζε τη σκοτεινή γωνία του δωματίου, εκεί όπου η λάμψη του φεγγαριού δεν έφτανε. «Εκείνη τη στιγμή άκουσα τη σιωπή να μου μιλά» συνήθιζε να λέει, αλλά ποτέ δεν εξηγούσε περισσότερα. Ίσως γιατί κανείς δεν θα την πίστευε. «Σιλένια» είπε μόνη της, σχεδόν σαν ξόρκι, για να ησυχάσει τις φωνές που δεν έβλεπε αλλά ήξερε πως την άκουγαν. Το όνομα αυτό ήταν μια υπενθύμιση – για τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο φως και στη σκοτεινιά, μια γραμμή που το κορίτσι, αργά ή γρήγορα, θα έπρεπε να περπατήσει. Ο παπάς δεν δέχτηκε στη βάφτιση ένα όνομα που δεν ανήκε σε άγιο, αλλά και το κορίτσι δεν αντιδρούσε ποτέ όταν το φώναζαν με το όνομά του, Άννα, που πήρε στην εκκλησία, σαν να μην του ανήκε. Τα βράδια, όταν η μητέρα του ξενυχτούσε με τα φώτα χαμηλωμένα, άκουγε τη μικρή να ψιθυρίζει στο σκοτάδι, μιλώντας σε κάτι που κανείς άλλος δεν μπορούσε να δει. Η μητέρα της προσπάθησε να το αγνοήσει, να το παραβλέψει. Αλλά όσο περνούσε ο καιρός, η μικρή γινόταν ολοένα και πιο απόκοσμη. Ένα βράδυ, με το φως της σελήνης να πέφτει πάνω της σαν πέπλο, η μητέρα της είπε απλώς «Είσαι η Σιλένια» και εκείνη χαμογέλασε για πρώτη φορά. Το χαμόγελο της Σιλένιας ήταν τόσο παράξενο και απροσδόκητο που η μητέρα της ένιωσε κάτι κρύο να την κατακλύζει. Δεν ήταν ένα παιδικό χαμόγελο αλλά κάτι βαθύτερο, σχεδόν αρχαίο, που φανέρωνε μια αλήθεια που η μητέρα της δεν μπορούσε να δει. Από εκείνο το βράδυ, τα ψιθυρίσματα στο σκοτάδι έγιναν πιο συχνά. Και μια νύχτα, λίγο πριν τα μάτια της κλείσουν από την κούραση, η μητέρα της ορκίστηκε ότι άκουσε μια άλλη

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=