11 1 Μέρα, νύχτα, μέρα, νύχτα, σκοτάδι, λάμπα, νερό, σκοτάδι. Μέρα, νύχτα, μέρα, νύχτα. Η πόρτα που τρίζει πάντα πριν ανοίξει. Ένα, δύο, τρία, τέσσ…, αυτό το νούμερο πάντα στη μέση, ποτέ δεν προλαβαίνει, δεν φτάνει ο χρόνος να το μετρήσει ολόκληρο, τέσσ…, και πάντα εκείνη τη στιγμή ακούγεται το σύρσιμο, η σόλα να χαϊδεύει το πάτωμα, ο αέρας που τρυπώνει στο δωμάτιο. Ανάσα, εισπνοή, γαργαλητό στα πνευμόνια, και η σκιά να μικραίνει, να καταβροχθίζεται από τη σάρκα, καθώς τα βήματα ακούγονται όλο και πιο κοντά. Η φωνή της: «Έφαγες;». «Δεν έφερες». Γελάει. «Έφαγες;» «Δεν έφερες» επιμένει. «Πρέπει να τρως». «Θα βγω έξω» είπε και έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Πάτησε τα πόδια στο πάτωμα και πιάστηκε από το κάγκελο του κρεβατιού για να στηριχτεί. Η εικόνα θόλωσε, το οπτικό της πεδίο καλύφθηκε από λευκή καταχνιά, σαν παχύς αφρός κύματος που χτυπούσε το μέτωπό της, κάνοντας τα μηνίγγια της να βουίζουν. Προσπάθησε να μείνει όρθια, να επαναλάβει την ίδια πρόταση: «Θα βγω έξω». Το μόνο που κατάφερε ήταν να ξανακαθίσει στο κρεβάτι.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=