ΚΑΛΏΣ ΉΡΘΑΤΕ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΊΟ ΧΙΟΝΑΜ-ΝΤΟΝΓΚ 19 μέσα μας, το μόνο που καταφέρνουμε είναι να αργήσουν να κλείσουν οι πληγές μας». Όταν συνειδητοποίησε ότι η Γιόνγκτζου δεν έβγαζε άχνα, η μητέρα του Μίντσολ σώπασε κι αυτή και ήπιε μονορούφι τον παγωμένο καφέ της. «Σε ζηλεύω, ξέρεις» πρόσθεσε «που έχεις την “πολυτέλεια” να το κάνεις αυτό». Τους πρώτους μήνες και η Γιόνγκτζου σπάραζε στο κλάμα. Άφηνε τα δάκρυά της να κυλήσουν, όμως αν εκείνη τη στιγμή έμπαινε πελάτης, σκούπιζε τα μάτια της και τον χαιρετούσε λες και δεν έτρεχε τίποτα. Κανένας δεν σχολίασε ποτέ το κλαμένο πρόσωπό της. Κανένας δεν τη ρώτησε ποτέ γιατί έκλαιγε· υπέθεταν απλώς ότι κάποιον λόγο θα είχε. Η Γιόνγκτζου ήξερε πολύ καλά γιατί έκλαιγε. Για πολύ καιρό –όλη της τη ζωή ίσως– αυτό το πράγμα έριχνε ένα μαύρο σύννεφο πάνω της, την έκανε να κλαίει. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από τότε. Ο λόγος, που είχε τις ρίζες του στο παρελθόν, παρέμενε ίδιος κι απαράλλαχτος. Όμως μια μέρα, η Γιόνγκτζου συνειδητοποίησε ότι τα δάκρυα είχαν σταματήσει. Εκείνη τη στιγμή –επειδή κατάλαβε πως δεν πειράζει να σταματήσεις να κλαις– αισθάνθηκε λες και έφυγε ένα βάρος από πάνω της. Οι μέρες που καθόταν αδιάφορη στην καρέκλα της λιγόστευαν σιγά σιγά και κάθε πρωί ένιωθε λίγο πιο αισιόδοξη από την προηγούμενη. Δεν είχε ακόμη τόση ενέργεια ώστε να κάνει περισσότερα πράγματα για το βιβλιοπωλείο, όμως άρχισε να διαβάζει ξανά. Ήταν σαν να είχε επιστρέψει σ’ εκείνη την εποχή που
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=