Καλώς ήρθατε στο βιβλιοπωλείο Χιόναμ-ντονγκ

HWANG BO-REUM 18 «Χα! Πού το ’μαθες ότι λατρεύω τους ανθρώπους με αίσθηση του χιούμορ;» Η Γιόνγκτζου έσφιξε τα χείλη και ανασήκωσε τα φρύδια, σαν να της έλεγε «Κράτα τα συμπεράσματά σου για τον εαυτό σου». Η μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα την κοίταξε υπεροπτικά σαν να διασκέδαζε. Έγειρε στον πάγκο και παρατηρούσε προσεκτικά τη Γιόνγκτζου που της ετοίμαζε τον καφέ. «Έχω περάσει κι εγώ κάτι παρόμοιο» εξομολογήθηκε σιγανά, σχεδόν σαν να μονολογούσε. «Το σώμα μου κατέβασε ρολά, αισθανόμουν ότι δεν είχα κουράγιο για τίποτα. Μετά τη γέννηση του Μίντσολ, ζούσα για μια περίοδο σαν άρρωστη. Ήμουν βέβαια. Το σώμα μου υπέφερε. Αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί υπέφερε και το μυαλό μου. Τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον είχα κατάθλιψη». «Έτοιμος ο καφές σας». Η Γιόνγκτζου ήταν έτοιμη να βάλει καπάκι στο κύπελλο, αλλά η μητέρα του Μίντσολ της έδιωξε το χέρι. Πήρε ένα καλαμάκι και κάθισε σ’ ένα τραπέζι. Η Γιόνγκτζου κάθισε απέναντι. «Το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι έπρεπε να προσποιούμαι ότι ήμουν καλά ενώ δεν ήμουν. Έκλαιγα κάθε βράδυ και με λυπόμουν απίστευτα που δεν μπορούσα να μιλήσω σε κάποιον για τον πόνο μου. Σκέφτομαι πως ίσως να ήταν αλλιώς τα πράγματα, αν ήμουν σαν κι εσένα. Να κάθομαι και να μη με νοιάζει τίποτα. Δεν θα σταματούσα να κλαίω βέβαια, αλλά ξέρεις, όταν μας έρχεται να κλάψουμε, πρέπει να αφήνουμε τα δάκρυά μας ελεύθερα. Όσο τα κρατάμε

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=