Καλώς ήρθατε στο βιβλιοπωλείο Χιόναμ-ντονγκ

ΚΑΛΏΣ ΉΡΘΑΤΕ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΊΟ ΧΙΟΝΑΜ-ΝΤΟΝΓΚ 17 θωρικά ντυμένη, ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους που διέκριναν την ειλικρίνεια στο χαμόγελο της Γιόνγκτζου. «Ποιος να μπει σ’ ένα μαγαζί σαν αυτό; Το βιβλιοπωλείο δεν παύει να είναι μια επιχείρηση. Κοίτα χάλια, κοίτα πώς είσαι σωριασμένη στην καρέκλα! Νομίζεις ότι τα λεφτά θα σου ’ρθουν ουρανοκατέβατα;» Δύο φορές την εβδομάδα, η μητέρα του Μίντσολ έκανε μάθημα ζωγραφικής και κινεζικών στο πολιτιστικό κέντρο της γειτονιάς. Μετά το μάθημα, φρόντιζε να περνά από το βιβλιοπωλείο και να βλέπει τη Γιόνγκτζου. «Πώς είσαι σήμερα; Καλά;» τη ρωτούσε η μητέρα του Μίντσολ, με μια υποψία ανησυχίας στη φωνή. «Όπως πάντα» της απαντούσε η Γιόνγκτζου με ένα αδύναμο χαμόγελο. «Έλεος πια! Όλοι στη γειτονιά έχουν καταχαρεί που απέκτησαν ένα δικό τους βιβλιοπωλείο. Αλλά βλέπουν την ιδιοκτήτριά του ριζωμένη στην καρέκλα της μ’ ένα ύφος λες και της έχει λασκάρει η βίδα, λες και θα ήταν καλύτερα σε κάποιο νοσοκομείο! Ποιος να τολμήσει να μπει εδώ μέσα, μου λες;» αναφώνησε η μητέρα του Μίντσολ, βγάζοντας ένα αστραφτερό πορτοφόλι από την εξίσου πληθωρική τσάντα της. «Μόνο μία λασκαρισμένη βίδα; Πάλι καλά» αναφώνησε η Γιόνγκτζου. Η μητέρα του Μίντσολ κάγχασε. «Έναν κρύο αμερικάνο». «Προσπαθώ να μην είμαι τέλεια, και λίγο πιο ανθρώπινη. Αλλά μάλλον μου γύρισε μπούμερανγκ» της πέταξε ξερά η Γιόνγκτζου.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=