Ιστορίες με σκύλους

18 ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ φρύδια του και τα γυαλιά που σχεδόν τα έκρυβαν σαν τα κοιτούσες απ’ το πλάι. – Απεναντίας νομίζω ότι τις δικαιούμαι, του είχε πει με κάποια έμφαση. Και τον κοιτούσε συνεχώς. Ύστερα, για ν’ απαλύνει την εντύπωση πως του ρίχνεται, συμπλήρωσε: – Βλέπετε; Έχω κι εγώ. Το ασανσέρ είχε φτάσει στον όροφο που βρισκόταν και των δύο τους τα γραφεία· καθώς όμως κανείς τους δεν έκανε να βγει πρώτος, κάποιος τους τράβηξε στον έκτο όροφο. Τότε η Χλόη πήρε το χέρι του, κρατώντας το από το μανίκι και το έφερε στο ύψος των μαλλιών της. Ο κ. Αναγνώστου είχε χλωμιάσει· ζήτημα ήταν αν έβλε­ πε την κοπέλα μπρος του. Οι συμφωνίες για τη λεπτομερέστερη εξέταση της τρι­ χοφυΐας της είχαν συζητηθεί σε πολύ πιο προσγειωμένο ύφος από κοντά, σε ιδιαίτερες συναντήσεις στο γραφείο του, ή από το τηλέφωνο – με ύφος σχεδόν υπηρεσιακό, γιατί αν ο κ. Αναγνώστου σαν διευθυντής ήταν μόνος στο γραφείο, η Χλόη είχε κι άλλους πολλούς στο δικό της· ελάχιστες φορές εκείνος είχε έρθει στο γραφείο της Χλόης και την είχε βρει μονάχη. Το πράσινο φως θα το άναβε εκείνη, την ημέρα που θα τον έπαιρνε στο τηλέφωνο και θα του έλεγε πως βρήκε τους φακέλους που της ζήτησε. Στο μεταξύ κύλησαν βδομάδες. Η Χλόη πιπίλαγε τη σκέψη στο μυαλό της. Γιατί; έλεγε. Κι απαντούσε: γιατί όχι; Της φαινόταν πως όλη της τη ζωή, μέχρι τώρα, την

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=