Ιστορίες με σκύλους
14 ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ – Δεν πάμε καλά! είπε πάλι. Η πόρτα του μπάνιου άνοιξε. Η μάνα της, σκυφτή, μ’ ένα σάλι στους ώμους και με το αβέβαιο βλέμμα του πρε σβύωπα πίσω από τα ματογυάλια της, στάθηκε δειλά. – Με ποιον μιλάς; Η Χλόη δίστασε. Συνήθιζε ν’ αποπαίρνει τη γριά με καμιά χοντράδα. Αυτή τη φορά τη λυπήθηκε. – Δεν μίλησα. Έβηχα, είπε. Η κυρία Λουκία χαμογέλασε στο κενό. Έπειτα, όταν είχε γυρίσει η παλιά, αφηρημένη έκφραση στο πρόσωπό της, έστρεψε και βγήκε. Η Χλόη άκουσε τα βήματα της μητέρας της που έσβηναν στα σανίδια του διαδρόμου, έβη ξε μια φορά στ’ αλήθεια και ύστερα κατέβασε την κιλότα της και κάθισε ανατριχιάζοντας από το κρύο στη γυμνή λεκάνη. Λόγια. Λόγια. Πόσα λόγια ανωφέλευτα. Όλο λόγια. Και τίποτε άλλο. Βγαίνοντας από το μπάνιο σχεδόν γελούσε· προσπάθη σε ν’ αποφύγει να συναντήσει κανέναν από τους δικούς της. Ύστερα από τρεις μήνες που την είχαν συνηθίσει κα τσούφα κι αμίλητη, θα τους φαινόταν πολύ περίεργο. Αι σθανόταν κιόλας ένοχη. Όχι ένοχη. Ήξερε μόνο πως α υ τ ό έπρεπε να μείνει οπωσδήποτε κρυφό. Και, να μείνει κάτι κρυφό, σήμαινε να μην τους το κάνει γνωστό η ίδια, με τούτον ή με κείνο τον τρόπο. Η υπόθεση Αναγνώστου θα έμενε κρυφή οπωσδήποτε. Ο άνθρωπος είχε τα χρονάκια
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=