Ιστορίες με σκύλους

12 ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ τηνε βασάνισε περισσότερο στη ζωή, της άνοιγε τώρα τις πόρτες του παράδεισου. Περίεργο ήταν να ονειρευτεί τον Τάσο Αραβαντινό. Συ­ γκριτικά με τις άλλες ιστορίες της, η δικιά τους βρισκόταν σε κείνη τη μέση απόσταση, απ’ όπου οι αναμνήσεις σπά­ νια βγαίνουν στην επιφάνεια μέσα στα όνειρα, αφήνοντας την πρώτη θέση ή στις πιο πρόσφατες ή στις πολύ παλιές. Μπήκε στο μπάνιο. Η ψύχρα την έκανε κι ανατρίχιασε. Ο μικρός γλόμπος κρεμόταν ψηλά κι έδινε λιγοστό φως. Στάθηκε πάνω στην προεξοχή του τσιμέντου που σκέπαζε τη σωλήνα της αποχέτευσης κι ανασηκώθηκε στα νύχια των ποδιών για να δει το πρόσωπό της στον θαμπό καθρέ­ φτη. Έπειτα άνοιξε το νερό λίγο λίγο για να μην έρθει πολύ γρήγορα το παγωμένο και να μπορέσει να σαπουνίσει βιαστικά τις μασχάλες και τον λαιμό της. Ξεφυσώντας μέ­ σα από τα νερά που γέμιζαν τις χούφτες της, ξεπλύθηκε. Από τους αγκώνες της τρέχανε στα σκεβρωμένα κόκκινα κι άσπρα πλακάκια τα νερά κι οι σαπουνάδες. Ο Μέντης θα διαμαρτυρόταν άλλη μια φορά για τα νερά στο πάτωμα –ώρα του καλή, το καλόπαιδο– όπως όταν ξημερωνόταν σπίτι του τα Σαββατοκύριακα κι έτρεχε ν’ απολαύσει το πρωινό πλύσιμο σ’ ένα καθωσπρέπει μπάνιο. Η Χλόη έπλυνε τα δόντια της και καθώς κοιταζόταν στον καθρέφτη έκανε έναν μορφασμό σαν πλατύ γέλιο για να τα επιθεωρήσει. Έπειτα, εντελώς απροσδόκητα, χαμο­ γέλασε στ’ αλήθεια. Αισθάνθηκε έκπληκτη. Ο Μέντης έλε

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=