H XEΡΣΟΝΗΣΟΣ ΜΕ ΤΑ ΑΔΕΙΑ ΣΠΙΤΙΑ 27 έκλεινε τα πάντα μέσα του. Η Μαρία ήταν ευτραφής και πρόσχαρη· τα χαρακτηριστικά της δεν ήταν λεπτά, μα πρόδιδαν μια διάθεση για χαμόγελο πιο συχνή από τη δική του. Το πάχος δεν την ένοιαζε· το προτιμούσε μάλιστα, αφού μετά τις επιδημίες φυματίωσης των περασμένων χρόνων, το γεμάτο σώμα ήταν συνώνυμο της υγείας. Και οι δύο είχαν μύτες φαρδιές και δυνατές, και λιγοστές ρυτίδες, αν και τα χρόνια βάραιναν περισσότερο τον Οδίστο. Το γένι του είχε ασπρίσει, χάνοντας εκείνη την πυκνότητα που άλλοτε ζέσταινε το πρόσωπό του. Τα μαλλιά του ήταν γκρίζα σαν τη ράχη της ύαινας, άγρια, πλούσια και σπαστά. Η Μαρία είχε πάντα δεμένο στο κεφάλι ένα σκουρόχρωμο μαντίλι με λευκά πουά. Ίσως το μόνο εντυπωσιακό πάνω τους ήταν τα μάτια του Οδίστο –γαλανά με λάμψεις σαν τους σπόρους πεπονιού– και η αψεγάδιαστη οδοντοστοιχία της Μαρίας. Δύο απλοί άνθρωποι, που έσμιγαν ερωτικά με μια σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια. Μετά το σμίξιμο κάτω από τις φλαμουριές, ο Οδίστο τραβούσε για τη μεγάλη εκκλησία του χωριού. Εκεί, από συνήθεια πιο πολύ παρά από πίστη, άναβε ένα κερί στον σφαδάζοντα Χριστό σ’ ένα από τα παρεκκλήσια του εγκάρσιου κλίτους· ο πατέρας του, ο Χόρχε, του είχε μάθει να το κάνει αυτό. Κι αν η ώρα το επέτρεπε, έπιανε κουβέντα με τον εφημέριο, τον δον Ροβουστιάνο, ο οποίος, ακόμα και την ώρα της Λειτουργίας, έμενε καθιστός γιατί, όπως έλεγε, η παρουσία του Αγίου Πνεύματος τον εξαντλούσε. Εννέα μήνες είχαν κυλήσει από εκείνη την καλοκαιρινή νύχτα που ο Οδίστο είχε στρώσει κάτω από τις φλαμουριές. Χάιδεψε τα χαμηλά κλαδιά των δέντρων και συνέχισε τον δρόμο του. Μόλις μια αναβαθμίδα πριν από το κτήμα, ο Οδίστο νόμισε πως άκουσε στον άνεμο τα βογκητά της γυναίκας του που γεννούσε. Κάθισε ανάμεσα σε κάτι δεμάτια κουκιά που λιάζονταν για να ξεραθούν. Θυμήθηκε τον γείτονά του, τον Οβδούλιο, που από τα πολλά κουκιά που έτρωγε έπαθε κυάνωση, οξειδώθηκε το αίμα του και πέθανε. Σταυροκοπήθηκε και πέταξε μια χούφτα χώμα στο έδαφος. Σκούπισε τα χέρια του και την ώρα που τίναζε από πάνω του τις ψαλίδες, κάρφωσε το βλέμμα του στο σπίτι του. Η αγροικία δεν
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=