DAVID UCLÉS 26 πρέπει να το έγραφαν λάθος επί σειρά γενεών, ώσπου έφτασαν σε σημείο να μην ξέρουν πια ποιο ήταν το σωστό. Και τα δύο ήταν αποδεκτά. Ρικάρδο Αρλοδέντο· Χέμα Αρδολέντο. Μια άλλη ιδιαιτερότητα σχετικά με τα ονόματα στη Χάντουλα ήταν ότι στους ντόπιους άρεσε να τα έχουν χαραγμένα σε μια μικρή πλακέτα, κρεμασμένη στον λαιμό τους. Οι καμπάνες της εκκλησίας σήμαναν μεσάνυχτα. Ο Οδίστο καθόταν σε μια στεγνή γούρνα στην τρίτη πεζούλα. Ψηλάφιζε την πλακέτα με το όνομά του, αναλογιζόμενος τη βάφτιση του παιδιού που περίμενε. Δεν είχαν αποφασίσει ακόμη αν θα βουτούσαν το κεφάλι του σε αγιασμένο νερό ή αν θα το βύθιζαν στο χώμα της ερήμου – εκείνη της Λάρβας ήταν τέσσερις λεύγες μακριά, ενώ της Ταμπέρνας απείχε τρεις ώρες με το άλογο. Το νερό θα χάριζε στο βρέφος πνευματική ισχύ και ανώτερη νόηση, ενώ το χώμα θα το έκανε ορμητικό και υπομονετικό. Γεμάτος έγνοια, ο Οδίστο πήρε το μονοπάτι με τις φλαμουριές που έβγαζε στη δεύτερη πεζούλα, από όπου θα μπορούσε να ακούσει το πρώτο κλάμα του νεογέννητου. Το σκιερό μονοπάτι με τις φλαμουριές ήταν το μέρος όπου ο Οδίστο και η Μαρία έκαναν έρωτα, αλλά μονάχα στα ηλιοστάσια, όταν οι οιωνοί ήταν ευνοϊκοί. Στις ισημερίες κανείς δεν τολμούσε να συνουσιαστεί, γιατί τότε χανόταν ο καρποφόρος άνεμος της γονιμότητας κι αυτό δεν θα μπορούσε να προμηνύει τίποτα καλό. Σε ό,τι αφορά την ιστορία μας και τους δυο πρωταγωνιστές, ούτε ο Οδίστο ούτε η Μαρία υπήρξαν ποτέ τόσο απερίσκεπτοι ώστε σε κάποια από τις σαρκικές τους εξάρσεις να σμίξουν εκτός των καθορισμένων ημερομηνιών. Ωστόσο, την επιτρεπτή περίοδο, εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, δεν πέρασε ηλιοστάσιο που να μην τους βρει κάτω από τις φλαμουριές. Ίσως είναι πιο εύκολο να φανταστεί κανείς τη σκηνή αν περιγράψω το ζευγάρι. Εκείνος βάδιζε στα πενήντα· η Μαρία ήταν δέκα χρόνια μικρότερη. Στη Χάντουλα φαίνονταν ψηλοί, στην Ιβηρία μέτριοι, μα για τα μέτρα της Ευρώπης ήταν κοντοί. Ο Οδίστο ήταν λιγνός, με δέρμα τραχύ σαν ξεραμένο φρούτο. Άνθρωπος σοβαρός, κάπως απόμακρος, με ένα βλέμμα που
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=