DAVID UCLÉS 24 με μια πευκοβελόνα τους φωτεινούς καρπούς ενός δέντρου. Κέντησε τη φλούδα αρκετών πρώιμων δαμάσκηνων, και από μέσα τους πετούσαν νεαρές πυγολαμπίδες. Εκείνα τα έντομα τρέφονταν με την πρασινωπή σάρκα των δαμάσκηνων, αφήνοντάς τα κούφια και ρημάζοντας τη σοδειά. Και οι συγχωριανοί του δεν προτιμούσαν το φως των πυγολαμπίδων από τους καρπούς μιας ολόκληρης χρονιάς. Ούτε και ο Οδίστο. Όταν δεν απέμεινε πια κανένας καρπός φωτισμένος, αποφάσισε να γυρίσει στο κτήμα, όπου θα γινόταν ο τοκετός. Γι’ αυτό, έπρεπε να διασχίσει τις πέντε πεζούλες του πανέμορφου περιβολιού που ήταν γεμάτες με λογιών λογιών σπαρτά. Αφού προσπέρασε μερικά πρανή και γύρισε πίσω από το μονοπάτι του αυλακιού, μπήκε στο τέταρτο διάζωμα, εκείνο που προοριζόταν για τη θερινή σπορά, όπου τώρα θέριευαν οι βρούβες, οι αγριοκουταλίδες και οι τσουκνίδες. Τις τελευταίες τις χάιδευε καθώς περνούσε αλλά δεν τον τσίμπαγαν, γιατί κρατούσε την ανάσα του καθώς τις άγγιζε. Δεν είχε επιστημονική εξήγηση γι’ αυτό, όπως δεν υπήρχε εξήγηση και για το πώς ένας άλλος συγχωριανός του, ο Τομάς, είχε περπατήσει πάνω στα νερά του τεχνητού φράγματος του Γουαδαλεντίν με το ίδιο ακριβώς τέχνασμα· κρατώντας τον αέρα στα πνευμόνια του. Στην Ιβηρία, τη χώρα όπου βρισκόταν η Χάντουλα, με θέληση και υπομονή και λίγη πίστη, κάποιες φορές η λογική ανατρεπόταν σύμφωνα με τα κέφια των κατοίκων της. Ίσως γι’ αυτό δεν θα έπρεπε να μας ξενίζει ότι στην πεζούλα όπου βάδιζε ο Οδίστο, βρίσκονταν παρατημένα τα όργανα ενός κουαρτέτου εγχόρδων. Ανήκαν στον Θεφερίνο, τον μαέστρο της ορχήστρας του χωριού. Δυο χρόνια πριν, ο μουσικός τα είχε σκαλίσει πάνω στα κουφάρια από κάτι λεύκες. Και ακριβώς επειδή το όργανο παρέμενε κομμάτι του δέντρου –αφού ποτέ δεν το σκάλιζε τόσο ώστε να αποκοπεί από τον κορμό– η μελωδία ταξίδευε ως τις ρίζες και, αποκεί, έκανε όλη τη γη γύρω της να δονείται. Στις γιορτές, οι χωρικοί κάθονταν στα γύρω πεζούλια και ένιωθαν τη μουσική να αντηχεί μες στο κορμί τους: πασοδόμπλε, κόπλας, θαρθουέλας του Μπαρμπιέρι και σουί
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=