23 1 Το κόκκινο αγριογούρουνο Ο Οδίστο περίμενε από στιγμή σε στιγμή να γεννηθεί ο γιος του. Σε κάθε τοκετό, στη Χάντουλα, ένας βίαιος άνεμος τράνταζε με μανία τα δέντρα. Εκείνη την ανοιξιάτικη νύχτα του 1936, ο άστατος άνεμος παρέσυρε πολύ χώμα και κάλυψε με σκόνη τα φύλλα από τις λεύκες στις όχθες του ποταμού. Και παρότι διά γυμνού οφθαλμού δεν ήταν ορατό, τα δέντρα, τα φύλλα των οποίων ασφυκτιούσαν, έγειραν αργά προς το νερό μέχρι που βράχηκαν οι κορφές τους. Ο Οδίστο περπατούσε κάτω από εκείνη τη θολωτή σκεπή, ροκανίζοντας ένα κουκούτσι από βερίκοκο, τόσο απορροφημένος που δεν αντιλήφθηκε ότι το μονοπάτι είχε χάσει τη νυχτερινή λάμψη του ουρανού. Οι τοκετοί απορροφούσαν τις σκέψεις του. Ανάμεσα σε αποβολές και παιδιά που γεννήθηκαν χωρίς σφυγμό, τόσο ο ίδιος όσο και η γυναίκα του, η Μαρία, είχαν αντικρίσει περισσότερο θάνατο παρά ζωή. Έτσι διατυπωμένο, ακούγεται θαρρείς και το ζευγάρι δεν είχε καταφέρει να αποκτήσει απογόνους. Τίποτα δεν απείχε περισσότερο από την πραγματικότητα· το παιδί που περίμεναν θα ήταν το όγδοο. Λόγω της αντρικής του φύσης, ο Οδίστο δεν επιτρεπόταν να παρασταθεί στη γυναίκα του την ώρα της γέννας· στον τόπο του οι άντρες δεν έπρεπε να παρακολουθούν τον τοκετό, αλλιώς το βρέφος θα γεννιόταν σαπισμένο: μια φούχτα άμμος, σπλάχνα και κόκαλα. Έπρεπε να περιμένει μακριά από την ετοιμόγεννη. Για να σκοτώσει την ώρα του, είχε κατέβει στο ποτάμι. Εκεί ξεχάστηκε τρυπώντας
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=