DAVID UCLÉS 18 Στυλώνεται όρθιος και τραβά για το δάσος. Στο τέρμα των χωραφιών, δέχεται έναν ύπουλο πυροβολισμό στον λαιμό. Η σφαίρα του ξεσκίζει τη σφαγίτιδα. Ο πολιτοφύλακας σφαδάζει από τον πόνο. Ξέρει ότι το τραύμα είναι θανάσιμο. Πιέζει με τα δάχτυλα την πληγή να σταματήσει το αίμα. Αυτό που αγγίζει όμως δεν μοιάζει με αίμα, είναι τραχύ και λιγότερο κολλώδες. Παρατηρεί πως από την πληγή του αναβλύζει ψιλή άμμος. Όσο κι αν την πιέζει, το χώμα δεν σταματά να κυλά. Νιώθει το σώμα του να ξεμένει από αέρα, τη ζωή να φεύγει από μέσα του. Και χάνει τις αισθήσεις του. Ο Ανδαλουσιανός πολιτοφύλακας ονειρεύεται· μπερδεύει τον έναν εφιάλτη με τον άλλο. Τα τελευταία χρόνια, κυρίως κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου της πατρίδας του, έχει δει τόσο πόνο και τόσους θανάτους που άρχισαν να τον στοιχειώνουν και στον ύπνο του. Τρέμει στην ιδέα πως αν δει κι άλλους ανθρώπους να πεθαίνουν, ο ύπνος του θα γίνει αιώνιος και δεν θα ξυπνήσει ποτέ. Μέσα στην αγωνία του, το επόμενο πρωί ζητά από τους συντρόφους του να τον αφήσουν να φύγει από το Μέτωπο. Οι πολιτοφύλακες βρίσκονται στις Άλπεις, πολεμάνε τα φασιστικά στρατεύματα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι σύντροφοί του δέχονται να τον βοηθήσουν να υποχωρήσει. Ο πολιτοφύλακας τους βάζει να ορκιστούν πως αν πεθάνει στον δρόμο, θα εκπληρώσουν την τελευταία του επιθυμία: το όνομα που θα χαραχτεί στην ταφόπλακά του να είναι εκείνο του πατέρα του, Οδίστο Αρδολέντο. Λέει πως τον σκότωσαν στον ιβηρικό Εμφύλιο και πως το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Τους εξηγεί πως έτσι θα τον τιμούσε. Οι σύντροφοί του του δίνουν τον λόγο τους, αν και επιμένουν πως ο θάνατος δεν θα τον αγγίξει. Πέφτουν όμως έξω· την επομένη, μετά από εβδομήντα και πλέον ημέρες αντίστασης στις παγωμένες Άλπεις, δεκάδες από αυτούς πέφτουν νεκροί. Ο Χίτλερ τους πιάνει στον ύπνο. Οι Ναζί καταφτάνουν φρεσκοξυρισμένοι και καλυμμένοι με ταλκ, ώστε να γίνονται ένα με την ασπράδα του χιονιού, το οποίο σύντομα θα βάψουν στο χρώμα της πορφύρας. Το σούρουπο, η κλαγγή της μάχης δίνει τη θέση της στο τρίξιμο
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=