Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια

17 Πρόλογος Οροπέδιο Γκλιέρ, Γαλλία, Μάρτιος 1944 Καταμεσής του ουρανού, ένα σύννεφο παύει να κινείται. Διαφέρει από τα υπόλοιπα γιατί πλανάται μοναχικό. Δίχως σχήμα, σ’ έναν τόνο πιο σκοτεινό, γαιώδη· ακινητοποιημένο πάνω απ’ το σώμα ενός Ανδαλουσιανού στρατιώτη που κείτεται ανάσκελα πάνω στο στρώμα του χιονιού που σκεπάζει την κοιλάδα. Μόνο το αχνό ρόδινο του γυμνού δέρματος και οι πορφυρές πληγές ξεχωρίζουν, κυρίως εκείνη η ουλή στον ώμο, κατάλοιπο μιας μάχης που έχει πια σβηστεί από τη μνήμη. Ο πολιτοφύλακας δεν είναι νεκρός· κοιμάται με το στόμα μισάνοιχτο και τα πόδια ανάμεσα σε γλαδιόλες. Όταν ανοίγει τα μάτια, το σύννεφο αφυπνίζεται και συνεχίζει την πορεία του, όχι όμως προς τα βορειοανατολικά, εκεί που οι άνεμοι της Σαβοΐας σαρώνουν συνήθως τον ουρανό, αλλά προς το έδαφος. Ο νεαρός βλέπει πως το σύννεφο ολοένα και ζυγώνει. Σηκώνεται για να φύγει, μα τα πόδια του δεν τον υπακούν. Αντιλαμβάνεται έντρομος πως η σκιά του στο χιόνι δεν έχει πόδια. Πριν απλώσει τα χέρια να αγγίξει τις γάμπες του για να βεβαιωθεί, τα φέρνει στα αυτιά. Ένας γνώριμος, διαπεραστικός ήχος τον κυκλώνει. Σηκώνει το βλέμμα και αναγνωρίζει τα σημάδια· δεν είναι σύννεφο, είναι οβίδα. Σωριάζεται στο έδαφος και σφαλίζει τα βλέφαρα. Ακούει τον πάταγο της έκρηξης. Δεν τον άγγιξε, αν και ξέρει πως τα βαριά τραύματα αργούν να πονέσουν. Ανοίγει πάλι τα μάτια και ανακάθεται, νιώθοντας με ανακούφιση τα πόδια του. Ακραγγίζει το κορμί του και ηρεμεί· είναι ολόκληρος. Το τοπίο έχει πια αλλάξει· η νύχτα έχει πέσει και παρότι δεν υπάρχει φεγγάρι ούτε φωτιά, και τα πάντα θα ’πρεπε να είναι πνιγμένα στο πυκνό σκοτάδι, στο χιόνι αφήνει να διαφανούν τα πράσινα έλατα, έντονα και λαμπερά, καθώς και οι καφετί κορμοί τους.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=