8 τα πίσω από την τρύπα δυνάμωναν. Από στιγμή σε στιγμή θα εμφανιζόταν κάποιο ποντίκι. «Μήλα!» άκουσε να λέει μια φωνούλα. «Μου μυρίζουν μήλα!» Και πίσω απ’ τη φωνούλα σηκώθηκαν ψίθυροι χαράς και ενθουσιασμού. Έρχονται, σκέφτηκε ο Μόρτιμερ. Φόρεσε ένα ευγενικό χαμόγελο (αν μη τι άλλο, έτσι ήλπιζε) τη στιγμή ακριβώς που έσκαγε μύτη το πρώτο ποντίκι, που τίναζε από πάνω του κομματάκια χώματος και πριονιδιού ενώ, ως συνήθως, κάτι έλεγε. «Τι βλέπω… γάτα;» Εμφανίστηκε και δεύτερο ποντίκι. «Τι σόι απαίσιο μέρος είναι τούτο, που ’χει μιαν άκαρδη γάτα να σε περιμένει πλάι στην πόρτα; Εφιάλτη βλέπουμε, το δίχως άλλο!» Και τρίτο ποντίκι έβγαινε τώρα από την τρύπα. Τα ποντίκια, το γνώριζε καλά ο Μόρτιμερ, σπάνια ταξίδευαν μόνα. «Καλωσορίσατε!» είπε ο Μόρτιμερ. Έριξε μια ανήσυχη ματιά στον κουβά με τις πατάτες. Την προηγούμενη εβδομάδα ένα ποντίκι είχε καταφέρει να πηδήξει εκεί μέσα. Ο Μόρτιμερ είχε αναγκαστεί να το περιμένει τρεις ολόκληρες ώρες εντελώς ακίνητος κάτω από τις σκάλες. «Αγαπητά ποντίκια, παρακαλώ ακολουθήστε με!» Ο Μόρτιμερ προσπάθησε να δώσει έναν χαρωπό τόνο στη φωνή του. «Αποδώ θα βγούμε έξω!» «Μα, μόλις μπήκαμε μέσα!» γκρίνιαξε ένα από τα ποντίκια. Χρησιμοποιώντας τα απλωμένα πόδια του σαν υαλοκαθαριστήρες, ο Μόρτιμερ τα έσπρωξε όλα κοπαδιαστά
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=