16 Έξω, στο σκοτάδι, ο Μόρτιμερ παρακολούθησε τη ΒιΒί να γονατίζει στο γρασίδι και να αποσυναρμολογεί το καρότσι. Η βιβλιοθήκη του είχε γίνει κομμάτια. Δεν κατάφερε τελικά να την προστατέψει. Η ΒιΒί πριόνισε. Σφυροκόπησε. Κόλλησε. Ο Μόρτιμερ ένιωθε πόνο στο στομάχι του, έναν πόνο που όλο δυνάμωνε. Κάποια στιγμή σήκωσε το χέρι της κι έδειξε ένα δέμα τυλιγμένο σε πετσέτα μερικά βήματα πιο πέρα. «Μάντεψε τι είναι αυτό» είπε στον Μόρτιμερ. «Μην καταστρέψεις τα βιβλία» της απάντησε εκείνος. «Σε παρακαλώ, μην τα πληγώσεις». «Νιάου και σ’ εσένα!» είπε η ΒιΒί, τραβώντας το δέμα προς το μέρος τους. Ο Μόρτιμερ την κοίταξε. Μερικές φορές τσαντιζόταν μαζί της που θεωρούσε δεδομένο ότι δεν είχε ιδέα τι του έλεγε, όταν στην πραγματικότητα εκείνη ήταν που δεν μπορούσε να τον καταλάβει. «Πόρτες!» αναφώνησε εκείνη, βγάζοντας από την πετσέτα ένα μικρό τετράγωνο από ξύλο και γυαλί. Κάπου το ήξερε ο Μόρτιμερ εκείνο το αντικείμενο που βρισκόταν στα χέρια της. Ύστερα θυμήθηκε: ανήκε στο μικρό ντουλάπι πάνω από τον νεροχύτη στο σπίτι. Ήταν ένα από τα πορτάκια του ντουλαπιού για το τυρί! Τα είχε βγάλει και τα δύο από τους μεντεσέδες τους! Διόρθωση: είχε βγάλει και τους μεντεσέδες μαζί. Και τώρα από μια τσέπη της εμφάνιζε ένα κατσαβίδι.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=