15 Μόρτιμερ και του είπε: «Τι σημαντικά πράγματα μας λες, καλό μου γατί;». Τι κουραστικό, σκέφτηκε ο Μόρτιμερ. Θα υπάρχει κι άλλος τρόπος, δεν μπορεί! Γιατί με κανέναν τρόπο δεν ήθελε να φύγει αποκεί εκείνο το καρότσι. Προτού όμως προλάβει να καταστρώσει ένα σχέδιο, η ΒιΒί άρχισε να σπρώχνει το καρότσι προς την πόρτα του κελαριού, με την κυρία Σκόγκιν ακριβώς πίσω της. Τι να ’κανε ο Μόρτιμερ; Ετούτο το καρότσι, το γεμάτο παλιά βιβλία, ήταν ό,τι είχε απομείνει από το πρώτο του σπίτι, τη βιβλιοθήκη του. Ό,τι είχε απομείνει να του θυμίζει τις ευτυχισμένες στιγμές της παιδικής του ηλικίας και την Πετούνια του. Ολόδικό μου το λάθος, είπε η καρδιά του. Και τώρα είχαν σχεδόν φτάσει στην πόρτα. «Σταματήστε!» φώναξε ο Μόρτιμερ και μ’ ένα σάλτο βρέθηκε πάνω στο καρότσι. Όμως το καρότσι συνέχισε να κινείται. Το γατί μπορεί να φαινόταν μεγάλο, όμως έφταιγε η γούνα του γι’ αυτό. Στη πραγματικότητα, το βάρος του δεν ξεπερνούσε τα τέσσερα κιλά. Η ΒιΒί έβαλε τα γέλια. «Φύγαμε!» είπε. Ο Μόρτιμερ δεν είχε νιώσει ποτέ πιο παρεξηγημένος στη ζωή του. Παρ’ όλα αυτά, έμεινε στη θέση του, κοιτάζοντας ευθεία μπροστά. Είναι δική μου η βιβλιοθήκη! είπε η καρδιά του. Ό,τι απέμεινε απ’ αυτήν, του υπενθύμισε το μυαλό του. ***
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=