11 ως ένα σημείο κοντά στη σκάλα, όπου σίγουρα θα τα έβλεπε αμέσως η ΒιΒί. Τα έβαλε, λοιπόν, στη σειρά για χάρη της. Ίσως να μην είχαν χτυπηθεί πολύ. Αλλιώς, θα έφτιαχνε πουρέ μήλου. Ξανά. Όταν όλα ήταν ήσυχα και στη θέση τους, ο Μόρτιμερ πήρε μια βαθιά ανάσα απολαμβάνοντας τη μυρωδιά των μάφιν μήλου που έφτανε από τη σκάλα της κουζίνας. Η ΒιΒί έψηνε κεκάκια, όπως συνήθιζε τις περισσότερες Κυριακές του μήνα. Κοιτάζοντας ψηλά ένα από τα μικρά παράθυρα του υπογείου, είδε να σβήνει σιγά σιγά το φως της μέρας. Αναστέναξε κι ένιωσε ευτυχής. Τότε το μάτι του έπεσε πάνω στο καρότσι με τα βιβλία της παλιάς βιβλιοθήκης. Η χαρά του σίγησε κι ένα συναίσθημα ενοχής τον τύλιξε σαν μια από τις αγκαλιές της ΒιΒί, πάντα λίγο πιο σφιχτές απ’ ό,τι τις ήθελε. Λάθος μου, είπε η καρδιά του για εκατομμυριοστή φορά. Δικό μου λάθος και κανενός άλλου. Κι έστρεψε αλλού το βλέμμα.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=